Το καλοκαίρι που έσπασε το καλούπι


milos -marina PS

Πολλώνια, Μήλος, Ιούνιος 2014

Το καλοκαίρι, τι κι αν δεν είναι η αγαπημένη μου εποχή, είναι κατά κανόνα ανέφελο κι ανέμελο. Σαν από τη φύση του. Θαρρείς πως το κύμα ξεπλένει το άγχος, το αλάτι στεγνώνει τη λύπη, το μελτέμι διώχνει το φόβο. Μετράω στα δάχτυλα τα καλοκαίρια που ήταν διαφορετικά, που στιγματίστηκαν από συγκυρίες που τα έκαναν να ξεφύγουν από τον κανόνα.

Το καλοκαίρι του ’80 είχα μια σχετική αγωνία για το κατά πόσο οι βαθμοί μου θα μου επέτρεπαν να μπω στο πανεπιστήμιο. Σχετική γιατί κατά βάθος ήξερα πως τα είχα κουτσοκαταφέρει, και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήξερα πως είχα όλη τη ζωή μπροστά μου.

Το καλοκαίρι του ’85 είχα περισσότερη αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα των πτυχιακών εξετάσεων, γιατί είχα περάσει ζάχαρη τέσσερα χρόνια, γνωρίζοντας τη ζωή αλλά όχι εμβαθύνοντας στον Chomsky ούτε στον Proust, και η ύλη τεσσάρων ετών είχε στριμωχτεί χοντρά στον ένα μήνα των επαναλήψεων. Φύσει αισιόδοξη, αλλά και φιλότιμη με χρονοκαθυστέρηση, είχα άγχος, όχι για το αν θα έπαιρνα πτυχίο και με τι βαθμό, αλλά για το πώς θα ανακοίνωνα την πιθανή αποτυχία στους γονείς, που είχαν χρηματοδοτήσει την τετραετία αυτή. Η αγωνία μου ήταν και πάλι σχετική γιατί είχα καταστρώσει ένα τέλειο σχέδιο αποπληρωμής του “δανείου” και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήμουν μόνο 22 και είχα όλη τη ζωή μπροστά μου. Τέλος καλό -καλύτερο απ’όσο μου άξιζε- και το καλοκαίρι ξαναμπήκε στην ανέφελη ρότα του, κάπου μεταξύ Κυκλάδων και Μυτιλήνης.

Το καλοκαίρι του ’89 είχα στεναχώρια γιατί χώρισα και χάλασαν τα μεγαλόπνοα σχέδια των διακοπών. Έκανα άλλα σχέδια, είχα αγωνία για το αν αυτός περνάει καλύτερα από μένα, δεν υπήρχαν και κινητά οπότε τα νέα αργούσαν να φτάσουν στα νησιά… Σημαδεύτηκε το καλοκαίρι από σούρτα-φέρτα, μούπες-σούπες, ξενύχτια, σφηνάκια και Λε Πα στη διαπασών. Ήμουν όμως 26 και σιγά τα ωά.

Το καλοκαίρι του ’91 ήταν ένα επίσης, ας πούμε, μαύρο καλοκαίρι γιατί ο επόμενος ήταν παντρεμένος και περάσαμε χωριστά τις διακοπές, που δεν πείραζε από μόνο του, αλλά πείραζε που αυτός ήταν με την άλλη κι εγώ μόνη. Σιγή ασυρμάτου – ακόμη να εμφανιστούν τα κινητά- κόμπος στο στομάχι. Εγώ 28 και μόνη, αλλά με μια μεταγραφάρα στο τσεπάκι και δυο μήνες διακοπές πριν παρουσιαστώ στο νέο πόστο. Λέρος, Μήλος, Μυτιλήνη, Πάτμος, Μύκονος, ορκίστηκα πως δεν θα ξαναμπώ σε πλοίο.

Τα επόμενα καλοκαίρια πέρασαν χωρίς ιδιαίτερο φόβο, αγωνία, άγχος ή στεναχώρια. Κάτι υπαρξιακά – “οι φίλοι μου όλοι εδώ και χρόνια, ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια, μονάχα εμένα χάσκει ακόμη χωρίς μια στέγη ετούτη η αλήθεια”, κάτι χαζά -ο πελάτης, το project, τα ακυρωμένα εισιτήρια, η πρόωρη επιστροφή στην πόλη- κάτι λιγότερο χαζά -η επιταγή που κινδύνεψε να μείνει ακάλυπτη (την εποχή που αυτό ήταν λόγος αγωνίας). Ήμουν 30, 35, 40, 45 κι αν δεν ήταν όλη η ζωή μπροστά μου, ήταν τουλάχιστον η μισή.

Το καλοκαίρι του ’15 είναι πρωτόγνωρο. Ο κόμπος δε λύνεται με το μελτέμι. Ο φόβος δεν ξεπλένεται με το κύμα. Το αλάτι απλά τσούζει στην πληγή. Ο κόμπος, ο φόβος, η πληγή είναι αυτή τη φορά συλλογικά. Τα μοιραζόμαστε κι αυτό τα κάνει πιο υποφερτά, αλλά εξ ίσου υπαρκτά. Νιώθουμε αδύναμοι, έρμαια των καταστάσεων, θύματα των παλαιότερων επιλογών μας, δέσμιοι των τωρινών υποχρεώσεων, εγκλωβισμένοι σε έναν παραλογισμό, σε μια αμφιβολία, σε μια ανασφάλεια χωρίς ορατό τέλος. Φεύγουμε, δεν φεύγουμε, το μυαλό μένει πίσω. Ξεκουράζονται μόνο τα μάτια, που έχουν γίνει τετράγωνα από τις οθόνες.

Τον μαύρο Ιούλιο διαδέχεται οσονούπω ένας γκρίζος Αύγουστος. Είμαι 50 και κάτι ψιλά. Και δεν γελιέμαι. Όση ζωή έχω ή δεν έχω μπροστά μου, είμαι αποφασισμένη να την κάνω κάτι. 

Advertisements
Posted in miscellaneous | Tagged , , | 2 Comments

Το δικό μου ΝΑΙ


yesΗ απόφασή μου να συνταχθώ με το ΝΑΙ βασίζεται σε πολλούς παράγοντες, αλλά ένας από τους σημαντικότερους είναι η συμπεριφορά των τελευταίων δέκα ημερών μιας Κυβέρνησης που συμπάθησα όταν εξελέγη (μιλώ για το πρώτο κόμμα, γιατί το άλλο με τους ψεκασμένους όχι να το συμπαθήσω, ούτε να το σεβαστώ μπορώ), επικρότησα όταν φάνηκε να δείχνει ένα άλλο πρόσωπο, και καταδικάζω τώρα που δείχνει ένα πρόσωπο που λίγο απέχει από αυτό των προηγούμενων. Στόχος μου είναι να προσπαθήσω με νύχια και με δόντια να “επιβάλω” πλέον αυτούς που θέλω να με κυβερνήσουν -και μην ψάχνεις κόμματα, γιατί δεν θα τους βρεις εκεί ταμπουρωμένους- την επόμενη μέρα. Και αυτή την επόμενη μέρα την αναζητώ με το Ναι, όπως εσύ με το Όχι. Απλό είναι τελικά. Το απολύτως παράλογο είναι ότι, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες φαίνεται να επιθυμούμε λίγο πολύ το ίδιο για τη χώρα μας – να παραμείνουμε Ευρωπαίοι- δεν μπορούμε, εσύ κι εγώ, να συμφωνήσουμε στο πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Με το ΝΑΙ ή με το ΟΧΙ. Δεν μας βοηθάει βεβαίως ότι δεν είμαστε και απολύτως σίγουροι, ούτε σε ποια ερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε, ούτε ποιες είναι οι συνέπειες της μιας ή της άλλης. Στο δικό μου μυαλό έχει ένα πράγμα πλέον ξεκαθαρίσει: έτσι ή αλλιώς, με Ναι ή με Όχι, με μνημόνιο ή χωρίς, με Ευρώπη ή χωρίς, με ευρώ ή με δραχμή, την επόμενη μέρα δεν θέλω κανένας από αυτούς που “μας έφεραν ως εδώ” (έχει πλάκα που το “ποιοι μας έφεραν” έχει κάθε φορά να κάνει με το πώς ορίζουμε το “ως εδώ”…), ούτε τους μεν, ούτε τους δε, ούτε τους συμπληρωματικούς εκατέρωθεν, να πάρουν την τύχη της χώρας μου στα χέρια τους. Εκτός αν, αποδεικνύοντας πως στ’αλήθεια τους απασχολεί πάνω από όλα η πατρίδα, μπορούν να κάνουν την υπέρβαση και να συνεργαστούν, χωρίς καθόλου να τους μέλλει η πελατεία τους και το ψηφαλάκι μας, κρίνοντας αποκλειστικά με αξιοκρατικά κριτήρια ποιος θα μπει στην ομάδα και τι δουλειά θα κάνει. Βαρέθηκα να ακούω πως αυτό δεν γίνεται και δεν καταλαβαίνω και γιατί δεν γίνεται.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Με αφορμή τη χαλασμένη μπριζόλα


bigstockphoto_Hysterical_Woman_With

Φιλενάδα, σε καταλαβαίνω. Μετά από μια εβδομάδα κόλαση, σύρθηκες Σαββατιάτικο στο σουπερμάρκετ και γέμισες ένα καρότσι ψώνια. Γυρνώντας στο σπίτι, ανακάλυψες πως η συσκευασμένη μοσχαρίσια μυρίζει. Βλαστημάς, δικαίως, γιατί κάνει και ζέστη, κι αντί να βρίσκεσαι στην παραλία, πρέπει να ξαναμπείς στο αμάξι για να επιστρέψεις τη μπριζόλα και να διαμαρτυρηθείς.

 

Έχεις τρεις λύσεις:

  1. Να πετάξεις τη μπριζόλα και να μην ξαναψωνίσεις από τη συγκεκριμένη αλυσίδα.
  2. Να επιστρέψεις στο κατάστημα, να ζητήσεις τον υπεύθυνο, να δεχθείς τις απολογίες του, να πάρεις την καινούργια μπριζόλα, τα κουπόνια, ή ό,τι άλλο προβλέπει η εταιρία ως αποζημίωση και να το ξεχάσεις – αυτό είναι το σουπερμάρκετ που ψωνίζεις χρόνια, σε βολεύει, το εμπιστεύεσαι, αντιμετώπισαν το φάουλ σωστά, τέλος καλό, όλα καλά.
  3. Να καταγγείλεις το περιστατικό στην Προστασία Καταναλωτή.

Εσύ, μπαίνεις γκαζωμένη στο κατάστημα, κραδαίνοντας την όζουσα μπριζόλα, και επιτίθεσαι στην πρώτη κοπέλα που βρίσκεις στην είσοδο. Τσιρίζεις, με το καλημέρα σας, φροντίζοντας όλοι οι πελάτες να ακούσουν το ζήτημά σου. Ξεστομίζεις απειλές του τύπου “θα σας καταγγείλω”, ωρύεσαι “ντροπή σας” και, με τον τόνο σου, η Κατίνα μέσα σου ξεχειλίζει και πλημμυρίζει το κατάστημα. Σάββατο είναι και για μας, και η δική μας εβδομάδα κολασμένη ήταν. Λυπήσου μας.

Όσο φωνάζεις, η κοπέλα ήρεμα σου λέει, από την πρώτη στιγμή, “έχετε δίκιο, συγγνώμη, να φωνάξω τον υπεύθυνο”, αλλά την αγνοείς -γιατί δε θέλεις να την ακούσεις, θέλεις να σε ακούσουν όλοι. Αδικήθηκες. Φταίνε. Να πληρώσουν!

Το ανθρώπινο λάθος προβλέπεται. Όπως προβλέπεται και η διαδικασία αντιμετώπισής του από μια επιχείρηση, που διαχειρίζεται εκατοντάδες υπαλλήλους, εκατοντάδες χιλιάδες καταναλωτές, και τόνους τρόφιμα. Γι’αυτό υπάρχουν εγχειρίδια αντιμετώπισης παρόμοιων περιστατικών, γι’αυτό επενδύουν οι επιχειρήσεις στην Εξυπηρέτηση Πελατών, γι’αυτό υπάρχει τηλεφωνική γραμμή Εξυπηρέτησης, σελίδα στο Facebook, κουτί παραπόνων…

Χάνεις το δίκιο σου με τον τρόπο σου, λένε, κι έχουν δίκιο. Προσωπικά, θα συνεχίζω να ψωνίζω από αυτό το κατάστημα. Ίσως μόνο, αν θελήσω ποτέ να πάρω συσκευασμένο κρέας, να θυμηθώ να το μυρίσω πριν το βάλω στο καλάθι. Δε με χάλασε που ήταν χαλασμένη η μπριζόλα. Εσύ με χάλασες. Εσύ, η υστερία σου και η αγένειά σου.

 

 

Posted in miscellaneous | 2 Comments

Οι οδηγοί της τρίτης ηλικίας


funny dog old lady drivingΟ πατέρας μου κι η μητέρα μου. Ογδόντα οκτώ και ογδόντα τριών αντίστοιχα. Με σώας τας φρένας, αρτιμελείς, κινητικοί, υγιείς. Φτου, φτου. Πλην όμως… “Πότε λες να σταματήσεις να οδηγείς μπαμπά;” Όποτε αποτόλμησα την ερώτηση,  δήλωσε θιγμένος.

Δεν τους αδικώ, οι τροχοί μας είναι η ελευθερία μας και, κυρίως, η αυτονομία μας. Παρ’όλο που και οι δυο περπατούν πολύ κι έχουν την τύχη να μένουν κοντά σε εμπορικό κέντρο, έχουν μάθει ορισμένα πράγματα να γίνονται με το αυτοκίνητο. Τους φαίνεται, για παράδειγμα, αδιανόητο να τους σταλούν τα ψώνια στο σπίτι, αντί να τα φορτώνουν και να τα ξεφορτώνουν μόνοι τους στο πορτ-μπαγκάζ. Τελευταία όμως παρατηρώ πως επιλέγουν συχνά-πυκνά το ταξί, ειδικά όταν πηγαίνουν κάπου που δε γνωρίζουν καλά τη διαδρομή, ή που είναι πιο δύσκολο να παρκάρεις.

Αυτό όμως που με έκανε να θέλω να γράψω, δεν είναι το πόσο συνδεδεμένοι ή εξαρτημένοι είμαστε όλοι από την αυτοκίνηση, ούτε το πώς εθελοτυφλούμε στις αδυναμίες που επιφέρει το γήρας.  Αυτό που με ώθησε στο πληκτρολόγιό μου, είναι η ασύλληπτα ηλίθια και αναποτελεσματική μέθοδος αξιολόγησης των οδηγών της τρίτης ηλικίας από το κράτος.

Η άδεια οδήγησης, σωστά, λήγει κάποτε. Σωστά επίσης, έχεις δικαίωμα να την ανανεώσεις, εφόσον πληρούνται κάποια κριτήρια. Συγκρατήστε το “κριτήρια”. Δεν θα υπεισέλθω στις λεπτομέρειες της γραφειοκρατίας, ούτε της αενάου αναμονής για το παραδοτέο, την ανανεωμένη δηλαδή άδεια. Θα σταθώ όμως για λίγο, γιατί υπάρχει κι εδώ ένα στοιχείο σουρρεαλισμού.

Η μάνα μου (83) δεν πρόσεξε εγκαίρως πως έληγε η άδειά της κι έτσι βρέθηκε να πρέπει να την ανανεώσει αφού είχε λήξει. “Τιμωρήθηκε” σκληρά για την αμέλειά της – έμεινε δηλαδή χωρίς άδεια τους επτά μήνες που έπρεπε να περιμένει για να περάσει από τη δευτεροβάθμια επιτροπή μπλα μπλα μπλα, του Υπουργείου Μεταφορών (σημειωτέον, ότι ενώ πέρασε cum laude από την επιτροπή προ διμήνου, ακόμη δεν έχει παραδοθεί από το ΚΕΠ η καινούργια της άδεια. Που σε 3-4 μήνες, θα χρειάζεται πάλι ανανέωση…).

Ο πατέρας μου (88) από την άλλη, έχοντας πάρει πρέφα τι έπαθε η μαμά, έσπευσε να ανανεώσει την άδεια πριν αυτή λήξει. “Επιβραβεύτηκε” με προσωρινή άδεια, μέχρι να έρθει η ώρα της δευτεροβάθμιας επιτροπής, και δε σταμάτησε να οδηγεί ούτε μια μέρα.

Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν, το μήνυμα ελήφθη. Ας επανέλθουμε στα “κριτήρια” που πρέπει να πληροί κανείς ώστε να ανανεωθεί η άδεια οδήγησης…

Όταν ήρθε η ώρα της περίφημης επιτροπής, ο ογδονταοκτάχρονος πατέρας, που βλέπει σαν αητός μετά τις επεμβάσεις καταρράκτη, πέρασε πετώντας το τεστ οράσεως με τα νουμεράκια στον τοίχο. Η δε μάνα, που άκουγε επιτροπή κι ανησυχούσε μην τυχόν την εξετάσουν στον ΚΟΚ και κοπεί,  μπήκε και βγήκε από την αίθουσα χωρίς καν να τη ρωτήσουν τι μέρα είναι ή σε ποια χρονιά βρισκόμαστε.  Έτσι, ρε αδελφέ, για το γαμώτο, για να έχει κι αυτή να λέει πως κάτι της τσέκαραν!

Όσο για τον συμβεβλημένο παθολόγο από τον οποίο “εξετάστηκαν” αμφότεροι, πριν περάσουν από την επιτροπή, εισέπραξε το δεκάευρο και υπέγραψε το χαρτί, χωρίς καν να μπει στον κόπο να τους χτυπήσει στο γόνατο με το σφυράκι, να δει αν αντιδρούν…

Έχουν να το λένε κι οι δυο πόσο γελοία είναι αυτή η διαδικασία. Γελοία, όχι γιατί διαφωνούν ότι θα έπρεπε από μια ηλικία και μετά να γίνεται έλεγχος πριν την ανανέωση του διπλώματος, αλλά γιατί, ουσιαστικά, έλεγχος δεν υπάρχει. Τούτων όλων λεχθέντων, παραμένουν στο βολάν, και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Έγκειται στην κρίση τους πότε θα τραβήξουν χειρόφρενο. Και όπως όλοι ξέρουμε, τώρα που μεγαλώσαμε, δεν είμαστε πάντα οι καλύτεροι κριτές των ορίων μας…

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , | Leave a comment

Χο, χο, χο και ντρίγκι-ντρίγκι


Outdoor-Christmas-LightsΤα Χριστούγεννα είναι στο τέλος Δεκεμβρίου κι εκεί πρέπει να μένουν. Κανένα λόγο δεν έχουν να κυκλοφορούν στους δρόμους από τις αρχές Νοεμβρίου, μαζί με τις ζαλισμένες Αθηναίες που δεν μπορούν ν’αποφασίσουν αν ο καιρός ζητάει σαγιονάρα ή μπότα.  Που βγαίνουν απ’το σπίτι με πουπουλένιο ξεμανίκωτο κι επιστρέφουν με σκέτο ξεμανίκωτο.  Πίνουν φρέντο στον ήλιο, και γύρω τους λαμπάκια κι ελαφάκια.

Τα λαμπάκια και τα χρυσοκόκκινα των Χριστουγέννων θέλουν το λευκογκρί του σύννεφου που κρατάει χιόνι -κι ας μη το ρίχνει- για να αναδειχτούν.  Το κιτς θέλει μουντάδα, που σα φίλτρο απαλύνει τις φόρμες, θαμπώνει τις ατέλειες κι αφήνει τα χρυσά, τα ασημιά, τα κόκκινα, τα πράσινα, να γράψουν στη μονοχρωμία.  Θέλει κανέλλα, μπαχάρια και ξεροψημένο κάστανο στον αέρα,  ζεστό αρωματικό κρασί στη γλώσσα, μπόλικο ξύσμα πορτοκαλιού, κι ένα μαλακό κασκόλ, τυλιγμένο πολλές φορές γύρω από το λαιμό, για να γίνει υποφερτό.

Ο Άγιος Βασίλης. Αυτός καλό θα ήταν να παραμένει στο χωριό του, και να επικοινωνεί με τους πιο νότιους λαούς μέσω Skype. Το ταξίδι προς το Νότο δεν τον ευνοεί καθόλου. Καταβάλλεται, χάνει πολλά κιλά, σκουραίνει η επιδερμίδα του, πατσαβουριάζονται τα ρούχα του από το πλύνε-βάλε. Μέχρι να φτάσει εδώ, έχει μετατραπεί σε έναν ξερακιανό τύπο, που προσπαθεί με κακοβαλμένα μαξιλάρια να αναπληρώσει τα κιλά που έχασε απ΄το περπάτημα – γιατί πού να τσουλήσει το έλκηθρο στα χώματα και τα χορτάρια… Το γένι του έχει ξεκολλήσει από τη μια μεριά και χάσκει, και το δέρμα του, αντί για το ροδαλό του Βορρά, έχει την υποκίτρινη απόχρωση της Νοτιοανατολής. Χο, χο, χο και ντρίγκι-ντρίγκι, με μια κουδούνα που κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς κρατάει, αλλά αφού την κρατάει έξω από του Macy’s, θα την κρατάει κι έξω από τα δικά μας.

Δεν είναι που δε συμπαθώ τα Χριστούγεννα. Πέρασα μια φάση, προ ετών, που νόμιζα ότι τα σιχαίνομαι. Κατέληξα πως μου είναι σίγουρα αδιάφορα πριν την ώρα τους. Όταν όμως πλησιάσουν πραγματικά, δε νιώθω την επιθυμία να  διακτινιστώ στη Γκόα για να τα αποφύγω. Βεβαίως και τα προτιμώ σε πιο βόρεια, πιο κρύα, και γενικά πιο gemütlich μέρη, όπου το κιτς φαντάζει, όπως είπαμε, πιο χαριτωμένο.  Κι εδώ όμως, γύρω στα μέσα -ε και λίγο αργότερα- Δεκεμβρίου, καταφέρνω να μπω στο κλίμα, έστω και με νοτιά, έστω και χωρίς κασκόλ τυλιγμένο τρεις φορές γύρω από το λαιμό μου.

Χειρότερη όμως από την πρόωρη έλευση, είναι η άρνηση του αποχωρισμού.Η παράδοση είναι σαφέστατη επ’αυτού:  ξεστολίζουμε τη 12η μέρα των Χριστουγέννων, για να πάρουν χαμπάρι οι καλικάντζαροι πως τελείωσε το πάρτι και να επιστρέψουν εκεί απ’όπου έρχονται. Στο πατάρι, στο υπόγειο, στο βάθος της ντουλάπας.

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , , | Leave a comment

Χο, χο, χο


Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του '60

Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του ’60

Ο Άγιος Βασίλης των παιδικών μου χρόνων δε θυμάμαι να υπήρξε.
Αν κάποιος βίαια μου αποκάλυψε πως δεν υπάρχει, δεν το θυμάμαι. Ή που διαγράφηκε από τη μνήμη μου, όπως πολλές τραυματικές εμπειρίες έχουν τη συνήθεια να κάνουν, ή που δεν είχα την κατάλληλη ενθάρρυνση για να πιστέψω στην ύπαρξή του. Στο σπίτι μας δεν του βάζαμε μπισκοτάκια και γάλα αποβραδίς, και οι κάλτσες μας δεν ήταν κόκκινες, σαν των άλλων παιδιών, ήταν χακί, πλεκτές, στρατιωτικές και ατέλειωτα μακριές. Ποιος στρατός, πού στον κόσμο, είχε κίνκι κάλτσες πάνω από το γόνατο, ουδέποτε έμαθα. Ξέρω πως εγώ, στη θέα των καλτσών Χριστούγεννα πρωί,  ενώ βιαστικά έλυνα το φιόγκο για να ξεχυθεί από μέσα το ποτάμι των εκπλήξεων, έκανα και μια σκέψη για τη γυναίκα που έπλεκε κάλτσα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το γράμμα απ’το παιδί στο μέτωπο.

Ο πατέρας μου δεν υπηρέτησε και οι κάλτσες παρέμεναν μυστήριο, έως που, τις προάλλες, μας αποκάλυψε η μαμά πως τις είχε αγοράσει στο Μοναστηράκι, Απόκρηες, για να ντύσει τον μπαμπά εξερευνητή με βερμούδα και κάσκα.

Ήμασταν στα Χριστούγεννα όμως. Οι κάλτσες αυτές ήταν πάντα δεμένες με χρωματιστό, γιορτινό φιόγκο κι είχαν μέσα κάθε λογής καλούδια: μολύβια, γόμες-γάτες, ξύστρες-αεροπλάνα,  κουκλάκια, μίνι σπαζοκεφαλιές και στα κενά, στριμωγμένα, σοκολατάκια και καραμέλλες πολλές. Τις ανοίγαμε πάντα πρώτες, κι όταν πια παραμεγαλώσαμε, και το κυρίως δώρο έφτανε, πεζά, σε φάκελο, οι κάλτσες απέμεναν η μόνη έκπληξη των Χριστουγέννων. Κι εξακολούθησαν να εμφανίζονται γεμάτες, μπροστά στο πατρικό τζάκι, για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που τρύπησαν, και η μαμά κουράστηκε να αγοράζει γόμες-γάτες και γλυφιτζούρια για σαραντάχρονα.

Εμείς είχαμε μάθει πως αν κάτι το επιθυμείς πολύ, ο παππούς κι η γιαγιά – δυο, πλήρη, σετ μέχρι τα δεκαεννιά μου – ενδέχεται να διαβάσουν τη σκέψη σου και να τη μετουσιώσουν σε πακέτο με φιόγκο. Το σύστημα δούλευε άψογα, έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να το αμφισβητήσω. Ο Άγιος Βασίλης ήταν λοιπόν μόνο ένα σύμβολο. Ένας χοντρούλης γελαστός, με ροδαλά μάγουλα και πάλλευκη γενιάδα, με γυαλιστερές μπότες κι απαστράπτουσα αγκράφα στη ζώνη του. Μεγαλόπρεπος, σαν άλλος Ηνίοχος, όρθιος στο έλκηθρό του, ή στριμωγμένος σε καμιά καμινάδα, με τις μπότες του να κρέμονται μέσα στο τζάκι, εμφανιζόταν στις σελίδες των βιβλίων ή, συρρικνωμένος, ως Χριστουγεννιάτικο στολίδι.

Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του, ο Άη Βασίλης, στο Μινιόν. Μια ανάμνηση αμυδρή, το Μινιόν, έχω  την αίσθηση πως θυμάμαι περισσότερο τη λέξη, όχι το χώρο. Αν προσπαθήσω πολύ, ίσως σου πω πώς ήταν η πρώτη κυλιόμενη σκάλα της ζωής μου, αλλά δεν παίρνω κι όρκο πως έχω δίκιο. Η φωτογραφία όμως, που τραβήχτηκε τις γιορτές του ’68, πιστοποιεί με τον πιο γλαφυρό τρόπο, πως υπήρξα στ’αλήθεια στο Μινιόν.

Ο αδελφός μου κι εγώ, με προσφυγικό λουκ, διστακτικά στημένοι μπροστά στον Άγιο, που για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της αέναης παρέλασης παιδακίων έχει κατεβάσει ένα τσιπουράκι παραπάνω, κρατάμε γερά μια ΙΟΝ γάλακτος στο χέρι και κοιτάμε το φακό. Στο κάδρο μαζί μας, ένα καχεκτικό ελαφάκι με δυο πόδια μετέωρα, ένας κορμός δέντρου, στο βάθος μερικά κουτιά με κούκλες, σε απροσδιόριστη διάταξη. Και πάνω από το κεφάλι του μικρού, αιωρείται το μέγα μυστήριο κι απόλυτα σουρρεαλιστικό στοιχείο: ημίγυμνο, όχι αγγελούδι, αλλά κούκλα εποχής, με σκούφια φραμπαλαδωτή και πέος ασύστολα εκτεθιμένο.

Τη φωτογραφία τη βρήκα ξεσκαρτάροντας τα πράγματα της τελευταίας γιαγιάς – από τα  δυο αρχικά σετ – που επέμεινε να διαβάζει τη σκέψη μας και να τη μετουσιώνει σε φακελάκι, κάθε Χριστούγεννα, μέχρι τα τελευταία της ζωής της. Πέθανε εκατόν τεσσάρων ετών.

Αυτή η γιαγιά μάς είχε πάει φαίνεται στο Μινιόν, είτε επειδή ήταν της μόδας, είτε επειδή την είχα πρήξει για να μας πάει. Δε φαίνεται να το διασκεδάσαμε ιδιαίτερα και, γνωρίζοντας τη γιαγιά μου και πόσους καυγάδες είχαμε κάνει για το “δεν είχες τίποτα πιο κομψό να φορέσεις” και “ντροπή να πας έτσι, κρεμανταλού”,  αναρωτιέμαι πώς καταδέχτηκε να μας κυκλοφορήσει έτσι, χρονιάρες μέρες, στο πιο σικ προορισμό των Αθηνών! Η μαμά δεν έχει καμιά ανάμνηση του συμβάντος, αντιμετωπίζει το δυο νούμερα μικρότερο παλτουδάκι με γέλια και, δικαιολογείται για τα αγυάλιστα, σύχρηστα παπούτσια, λέγοντας πως θα’χε σκόνες ο δρόμος…

Για τον τσίτσιδο κούκλο, δεν υπάρχει ούτε δικαιολογία, ούτε εξήγηση. Ίσως όμως, μαζί με τον μπεκρή Άη Βασίλη, να ευθύνεται για πολλές τραυματισμένες ψυχούλες της δεκαετίας εκείνης.

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , , , , , , | 2 Comments

Μιλάμε ελεύθερα #not


trafficΓια κάποιον περίεργο ίσως λόγο, πιστεύω πως σ’ένα δημοκρατικό καθεστώς η ελευθερία του λόγου είναι από τα βασικά, αναφαίρετα, δικαίωματα των πολιτών. Καταδικάζω, ανέκαθεν, τη λογοκρισία και θεωρώ πως, όπως ο καθένας έχει το δικαίωμα να λέει ή να γράφει ό τι πιστεύει, έτσι και ο άλλος καθένας είναι ελεύθερος να τον ακούει, να του απαντά, ή να τον αγνοεί, κατά βούληση. Χθες διαψεύστηκα. Στο γραφείο το μεσημέρι εμφανίστηκε δικαστικός κλητήρας που μου παρέδωσε μια αγωγή. Γέλασα με την καρδιά μου. Μετά έγινα έξαλλη. Άσχετα με το αν έχω δίκιο ή άδικο, διατηρώ το δικαίωμα της γνώμης μου και της ελευθερίας του λόγου.

Όταν δυσαρεστήθηκα με ένα προϊόν που, ενώ το είχα πληρώσει ακριβά, χάλασε εντός της εγγύησής του, απευθύνθηκα κατ’αρχάς στην εταιρία που μου το πούλησε, η οποία με αγνόησε παντελώς, αφού πρώτα υπενίχθη ότι εγώ έφταιγα που χάλασε. Στο σπίτι μου, κατ’αυτούς, επικρατεί σπάνιο μικροκλίμα που δεν ευνοεί το προϊόν, ή, εναλλακτικά, έχω ιδιαίτερα βίτσια και παίζω με νερά στο κρεβάτι μου. Απέμεναν τότε 5 χρόνια εγγύησης.

Δεδομένου ότι ανταπόκριση από την εταιρία δεν είχα, αλλά δεν είχα και κονδύλι διαθέσιμο για να  αντικαταστήσω ένα ακριβό προϊόν, το “έφαγα” για λίγο, κάνοντας υπομονή και σκόντο στην ποιότητα του ύπνου μου. Οι συνθήκες όμως χειροτέρευαν. Η πένα μου με έτρωγε και τα social media ήταν στη διάθεσή μου. Έγραψα λοιπόν ένα note που ανέβασα στο timeline μου στο Facebook. Με αγανάκτηση και καυστικότητα, αλλά και με χιούμορ νομίζω, μοιράστηκα το πρόβλημά μου για δυο λόγους, άντε τρεις: Να προειδοποιήσω άλλους καταναλωτές να αποφύγουν το λάθος που έκανα, να δω αν υπάρχουν κι αλλοι εκεί έξω που την πάτησαν όπως εγώ και, το ομολογώ, να εκτονωθώ. Η δυσαρέσκειά μου δεν ήταν τόσο με το ελαττωματικό προϊόν, αλλά με την επιεικώς απαράδεκτη αντιμετώπιση πελάτη από μια εταιρία που ισχυρίζεται πως παράγει υψηλής ποιότητας προϊόντα, σέβεται το περιβάλλον, είναι εξαιρετικός εργοδότης, εξάγει τα προϊόντα της στο εξωτερικό και δανείζει το όνομά της, ως εγγύηση καλού ύπνου, σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εν τω μεταξύ, το περιστατικό ελαττωματικού προϊόντος της – που εξ άλλου μπορεί να συμβεί και στην καλύτερη εταιρία  – το αντιμετωπίζει αισχρά, μετατοπίζοντας την ευθύνη στον πελάτη και, γενικότερα, γράφοντάς τον εκεί που δεν πιάνει μελάνι.

Με έκπληξη – ή όχι και με τόση έκπληξη – με το που έκανα την ανάρτηση, αντέδρασαν και άλλοι “παθημένοι”, δυσαρεστημένοι με την εξυπηρέτηση πελατών της εταιρίας. Όπως είναι λογικό, ένιωσα καλύτερα που δεν ήμουν μόνη. Κάποιος έγραψε, κοινοποιώντας το στην εταιρία, ότι περιμένουμε απάντηση, αλλά η αλήθεια είναι πως απάντηση δεν περίμενα. Είχα βγάλει το άχτι μου, είχα διασταυρώσει πως δεν είμαι τρελή κι εκεί θα είχε κλείσει ο κύκλος για μένα.

Πολλούς μήνες αργότερα, συνάντησα συμπτωματικά μια συνέντευξη του ιδρυτή της εταιρίας σε ένα γνωστό, ανδρικό website. Διαβάζοντας αυτά που είχε να πει, ξαναξύπνησε μέσα μου το “παράπονο”. Έγραψα από κάτω στα σχόλια, πως όλα αυτά που λέει ο κύριος αυτός είναι πολύ ωραία και πως χαίρομαι που μια ελληνική εταιρία πάει τόσο καλά, αλλά πως είναι κρίμα να μην έχει καθόλου καλή εξυπηρέτηση μετά την πώληση και να αγνοεί τους πελάτες της.

Ένα μήνα μετά, μου τηλεφώνησε στο γραφείο ο ίδιος ο κύριος που είχε δώσει τη συνέντευξη. Ήταν πολύ ευγενής κι αμέσως έγραψα στο Facebook πως είμαστε σε επαφή και πως μοιάζει να με ακούει προσεκτικά. Μετά από αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα, γραφικούς διαλόγους αλλά καλό, γενικά, κλίμα, αφού πάλι τα “άκουσα” γιατί δεν φρόντιζα σωστά το προϊόν (δεν άνοιγα το φερμουάρ, δεν έβγαζα το περιεχόμενο να το αερίσω- όπως έλεγαν οι οδηγίες που δεν το συνόδευαν, όταν ακούμπησα τα 1.700 ευρώ για να το αγοράσω), με παρέπεμψε στο Τμήμα Ποιότητας. Πάλι σε καλό κλίμα, αφού είδαν τις φωτογραφίες του υπό διάλυση περιεχομένου που αντίκρυσα όταν άνοιξα, με τα πολλά, το φερμουάρ, με παρότρυναν να πάω σε ένα κατάστημά τους, να δω δυο εναλλακτικές λύσεις και να επανέλθω, ώστε να τα βρούμε. Άρχισα να αναθαρρώ. Ονειρευόμουν αντικατάσταση και, παρ’όλο που δεν τρελαινόμουν να βάλω το ίδιο προϊόν σπίτι μου, χαιρόμουν που δεν θα χρειαζόταν να βάλω, στην παρούσα φάση, το χέρι στην τσέπη. Εν τω μεταξύ, με τα τούτα και τα ‘κείνα, έχουμε φτάσει σχεδόν στην εκπνοή της εγγύησης, με έναν μόνο χρόνο να απομένει.

Καταπέλτης η απόφαση του Τμήματος Ποιότητας! Τα προϊόντα που μου πρότειναν κόστιζαν περί τα 1.700 ευρώ και δικαιούμουν 10% έκπτωση γιατί είναι, λέει, κλιμακωτές οι αποζημιώσεις… Πού το λέει βρε παιδιά; Εγώ ένα χαρτί έχω όλο κι όλο και λέει 15 χρόνια εγγύηση. Επίσης, παραπονέθηκα πρώτη φορά τον δέκατο χρόνο και με γειώσατε. Αναγκάστηκα να κάνω σχόλιο κάτω από συνέντευξη του αφεντικού σας, για να μου απευθύνετε το λόγο. Έχετε αγνοήσει δεκάδες άλλους, που μου συμπαραστέκονται στο Facebook. Πάτε καλά; Εκεί αποφάσισα να μην ξανα-ασχοληθώ. Τους ξέγραψα και ορκίστηκα ότι όπου στέκομαι και σε όποιον μου μιλάει για αυτούς, θα λέω την αλήθεια: από έξω bella-bella, από μέσα κατσιβέλα.

Για κακή, ή για καλή μου τύχη, επειδή τα social media δουλεύουν με τον δικό τους, μαγικό τρόπο, κάποιος μοιράστηκε εκ νέου το note που είχα γράψει τον Σεπτέμβριο του 2013 κι ανακινήθηκε το θέμα, παίρνοντας αυτή τη φορά, μεγαλύτερη διάσταση. Με ρώτησαν κι απάντησα. Κάποιος άλλος, τρίτος, ανέβασε το note στη σελίδα της εταιρίας στο Facebook, ζητώντας απάντηση. Σχολιάσαμε ότι δύσκολα θα βλέπαμε απάντηση, μιας και τόσους μήνες, παρά το ότι τους είχε και πάλι κοινοποιηθεί, δεν είχαν δώσει καμιά σημασία… Οι συνάδελφοί μου κι εγώ, που έχουμε και τη διαστροφή, ως επαγγελματίες της επικοινωνίας,  να παρακολουθούμε πώς οι εταιρίες διαχειρίζονται τέτοια θέματα στα social media και αλλού, είχαμε μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτό. Κάναμε πλάκα ότι χρειάζονται ειδικούς να τους μάθουν διαχείριση κρίσης… Απάντησαν όμως, σχετικά άμεσα, με σχόλιο στο thread, μας ευχαρίστησαν για τις παρατηρήσεις και είπαν ότι μελετούν τα θέματα που έχουν τεθεί από όλους τους συμμετέχοντες στη “συζήτηση” (60+ σχόλια) με το αρμόδιο Τμήμα και θα επανέλθουν.

Επανήλθαν χθες το μεσημέρι με τον δικαστικό κλητήρα και την αγωγή.

 

Posted in miscellaneous | 4 Comments

Δε νηστεύω τις λέξεις


IMG_0950 BL webΊσως να φταίει η κρίση και οι αλλαγές που επέφερε, ίσως να είναι συνέπεια της ηλικίας. Μπορεί να είναι δείγμα ωριμότητας αλλά, εξ ίσου, και συνεχιζόμενης ανωριμότητας. Πάντως ολοένα και λιγότερο με απασχολεί η γνώμη των άλλων, όλο και λιγότερο επιθυμώ να είμαι αρεστή σε όλους, κυρίως σε αυτούς που δεν μ’ενδιαφέρουν. Επίσης, ολοένα και λιγότερο φοβάμαι να προκαλέσω. Συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου. Μ’αρέσω και με αγαπώ. Ναρκισσισμός. Ανακούφιση. Ισορροπία.

Δεν έχω άποψη για όλα, αλλά για όσα έχω, έχω κι εμπιστοσύνη στη γνώμη μου. Ξέρω τι γνωρίζω. Γνωρίζω τις ικανότητές μου, τα δυνατά μου σημεία, τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω. Επαγγελματικά, υπηρετώ έναν χώρο όπου, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι άνθρωποι απευθύνονται μεν στον ειδικό, σπάνια όμως νιώθουν ότι πρέπει να εμπιστευτούν την άποψή του ή τη συμβουλή του. Αντίθετα, προβάλλουν ευθαρσώς τη δική τους, κι ας μην έχουν ιδέα. Πόσο να επιμείνεις; Πόσα επιχειρήματα να χρησιμοποιήσεις για να πείσεις; Πόσην ώρα να φας να εξηγείς τα αυτονόητα; Πώς να επικαλεστείς την κοινή λογική, όταν αυτή αποδεικνύεται σπάνιο είδος;  Το επιχείρημα “δε μ’αρέσει” πώς να το αντικρούσεις, εκτός από τις προφανείς απαντήσεις, που τον προφορικό λόγο θα γέμιζαν “μπιπ” και τον γραπτό “**#@!!”… Τέλος, πόση υπομονή να έχεις με έναν κατά πολύ νεότερό σου, που θα μπορούσε, σχήμα λόγου, να είναι και παιδί σου,  που αγνοεί τους βασικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς, και πιστεύει, πως επειδή είναι “πελάτης”, είναι και στο απυρόβλητο;

Έχω μιλήσει με εκατοντάδες συναδέλφους στο εξωτερικό, σε διαφορετικές χώρες. Όλοι, παντού και πάντα, θα γκρινιάξουν για τον πελάτη: δεν καταλαβαίνει, τσιγκουνεύεται, έχει παράλογες απαιτήσεις. Ποτέ όμως δεν έχω ακούσει συνάδελφο να παραπονιέται για θέματα ηθικής – business ethics – και συμπεριφοράς. Αντίθετα, εδώ στην Ελλάδα, από τα συχνότερα παράπονα στον ευρύτερο κύκλο των συναδέλφων είναι ο κακός τρόπος και η έλλειψη επαγγελματικής ηθικής που βιώνουν καθημερινά.

Παράπλευρη απώλεια της κρίσης είναι ότι έπεσε κατακόρυφα το επίπεδο των στελεχών στις εταιρείες. Τα τμήματα μάρκετινγκ στελεχώνονται όλο και συχνότερα είτε από χαμηλόμισθα, άπειρα τζουνιοράκια, είτε από δυσαρεστημένους, κακοπληρωμένους εμπειρότερους ανθρώπους, που δεν τους νοιάζει πια. Οι εταιρείες επικοινωνίας – εμείς – έχουμε συρρικνωθεί και, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει κενό ανάμεσα στον έμπειρο επικεφαλής και στον άπειρο νεο-εργαζόμενο. Εμείς έχουμε ανάγκη τον πελάτη, με τα κακά του και με τα στραβά του. Αυτός το ξέρει και το εκμεταλλεύεται. Μυστικό που θα έπρεπε να κρατιέται επτασφράγιστο, ώστε να μην περνάει ως νοοτροπία, και ως δικαιολογία για χείριστη συμπεριφορά, στους εκατέρωθεν εργαζόμενους. Γιατί δεν υπάρχει χειρότερο σε μια συνεργασία, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη σχέση προσωπική ή μη, από την έλλειψη εμπιστοσύνης και σεβασμού. Δεν υπάρχει φτηνότερο, απ΄το να σε “τσεκάρουν” συνεχώς. Πίσω από την πλάτη σου, με την αφέλεια του κουτοπόνηρου, σε μια αγορά που χωράει σε μια μικρή αίθουσα ξενοδοχείου, και που όλοι έχουν τελικά κοιμηθεί με όλους. Κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο για πάντα. Ούτε αυτοί που πληρώνουν, ούτε αυτοί που την πληρώνουν. Ούτε και γω που τα λέω χύμα γιατί έρχεται Σαρακοστή και, πριν νηστέψω, είπα να ξεσκιστώ.

Υπάρχουν, ευτυχώς, οι φωτεινές εξαιρέσεις που μου υπενθυμίζουν καθημερινά γιατί διάλεξα και γιατί αγαπώ αυτή τη δουλειά. Οι συνεργασίες που είναι ουσιαστικές, βασισμένες στην αμοιβαία εκτίμηση, που προχωρούν τα πράγματα προς τα εμπρός και παράγουν εξαιρετική δουλειά, ομαδική, που ικανοποιεί εξ ίσου και τα δυο μέρη. Συνεργασίες που εξελίσσονται σε φιλίες που κρατούν χρόνια. Περισσότερες τέτοιες χρειαζόμαστε όλοι, τώρα περισσότερο από ποτέ.

Posted in κοινωνία, thoughts, venting | Tagged | Leave a comment

Τρώγονται ακόμη τα προπερσινά (ξινά) σταφύλια…


Εντάξει, τεμπέλιασα. Μόνο 6 κείμενα σε 365 μέρες! Με στοιχειώνει όμως ακόμη, όπως δείχνει και η ανασκόπηση του WordPress, εκείνο το “ναι θα έφευγα”, που σχεδόν 3 χρόνια αφού γράφτηκε εξακολουθεί, όχι μόνο να διαβάζεται, αλλά να προκαλεί αντιδράσεις έντονες, υπέρ και κατά.

Η σκέψη ότι έχουν δει το blog μου τόσοι, που αν έπαιζα στην Όπερα του Σίντνεϊ, θα ήταν sold-out 1ο φορές, με διασκέδασε αφάνταστα – πού την σκέφτηκαν τέτοια σύγκριση! Με διασκέδασε αλλά με ενέπνευσε και λιγάκι… τόσο που ίσως και να καταφέρω να γράψω περισσότερο φέτος. Ίσως. Μην το δέσετε και κόμπο.

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2013 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

The concert hall at the Sydney Opera House holds 2,700 people. This blog was viewed about 27,000 times in 2013. If it were a concert at Sydney Opera House, it would take about 10 sold-out performances for that many people to see it.

Click here to see the complete report.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Εκπνοή-εισπνοή, αλλαγή χρονιάς


IMG_4770 ps cropped web

Εκπνέω 2013.

Μια βαθιά, γιόγκικη εκπνοή που ακολουθείται από παύση. Μη αναπνοή. Ησυχία για να θυμηθώ τα σημαντικά θετικά. Φιλίες, παλιές και καινούργιες, επιτυχίες, μικρές αλλά ουσιαστικές, αγάπη, προς και από διάφορες κατευθύνσεις, ενέργεια, δημιουργικότητα και γέλιο.

Τι επιθυμώ για τη νέα χρονιά; Κι άλλες πολλές στιγμές, γιατί από στιγμές αποτελείται η ζωή, και κάθε μια θέλω να τη ζω. Όχι σαν να’ταν η τελευταία, αλλά ναι, σαν να’ταν η τελευταία.

Διάβασα προχθές ένα άρθρο που με εξέφραζε απόλυτα, που έλεγε ότι καλό είναι να αποφεύγουμε την επαφή με τοξικούς ανθρώπους. Με αυτούς που μας δηλητηριάζουν, μας γειώνουν, μας μπλοκάρουν, μας κρατάνε πίσω. Προσωπικά, τοξική βρίσκω τη γκρίνια. Πιο συγκεκριμένα τη γκρίνια που εντοπίζεται στην πεποίθηση ότι για τα πάντα φταίει κάποιος άλλος, από το σύστημα και τον σύντροφο μέχρι την κακιά τη μοίρα. Οι θεωρίες συνωμοσίας και το ψέκασμα. Τοξικό επίσης, σε μικρότερο βαθμό, βρίσκω τον φόβο της αλλαγής, της αποδοχής του διαφορετικού και του καινούργιου. Την προσκόλληση στο “ως έχει” και την άρνηση να ταράξεις τα νερά. Πες το βόλεμα. Πες το κόλλημα. Πες το όπως θες, μ’ενοχλεί. You can teach an old dog new tricks. Φτάνει το σκυλί να θέλει.

Φέτος είμαι ευγνώμων για πολλά μικρά πράγματα. Που ξανασυστήθηκα με παλιούς γνωστούς, έτοιμους για νέα κόλπα. Που, ενώ έφαγα κυριολεκτικά τα μούτρα μου τραβώντας μια φωτογραφία, δεν με πρόδωσε το σαρκίο μου. Που φλερτάρω και με φλερτάρουν. Που συναναστρέφομαι ανθρώπους που με εμπνέουν και δε με φρενάρουν. Που περιβάλλομαι από αγάπη.

Καθώς ετοιμάζομαι για την πρώτη εισπνοή του 2014, το μόνο που βλέπω, για μια ακόμη χρονιά, είναι το ποτήρι μισογεμάτο.

Posted in miscellaneous | Tagged , | Leave a comment