Οι 200 του Gaultier: σκέψεις άτακτες για το fundraising.


jean-paul-gaultier-benaki-museum-03_-

Σωστά διέκρινε το Μουσείο Μπενάκη την ευκαιρία που προσφέρθηκε ευγενικά από τον Jean-Paul Gaultier, σωστά διοργάνωσε και το gala με το εισιτήριο των 1.000 ευρώ το άτομο και, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη Έλληνες που μπορούν να διαθέσουν αυτό το ποσό για να στηρίξουν ίσως το καλύτερο μουσείο (μουσεία) της χώρας, σε μια εποχή δύσκολη, όχι μόνο για το συγκεκριμένο, αλλά και για όλους τους αντίστοιχους οργανισμούς, μεγάλους, μεσαίους, μικρούς. Τότε, θα πείτε εύλογα, τι άλλο έχεις να γράψεις;

Θυμήθηκα, με την ευκαιρία του συγκεκριμένου gala, την απορία που είχα ανέκαθεν, έχοντας ασχοληθεί λιγότερο ή περισσότερο, επαγγελματικά, αλλά κυρίως εθελοντικά, με το fundraising, για διαφορετικούς φορείς και σε διαφορετικές χρονολογίες. Η απορία είναι η εξής: όταν πληρώνεις υπέρ ενός σκοπού -πες το συνδρομή, πες το χορηγία, πες το δωρεά, πες το αγορά πραγμάτων σε bazaar, πες το εισιτήριο για gala- το κάνεις γιατί θέλεις να βοηθήσεις τον όποιο σκοπό, το κάνεις επειδή νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου, ή το κάνεις για το θεαθήναι; Αναφέρομαι εδώ σε φυσικά πρόσωπα, όχι σε εταιρείες, γιατί εκεί τα κίνητρα είναι συνήθως λίγο διαφορετικά.

Το ισότιμο του glamour των διάσημων φιλανθρωπικών χορών της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, στην Ελλάδα των 80’s και των 90’s, ήταν μια μπλουζίτσα με στρας ή ένα ταγιεράκι με γυαλιστερές λεπτομέρειες κι από πάνω μια μιζανπλί κουνουπίδι, σε τραπέζια (συνήθως τα χειρότερα του μαγαζιού) μιας από τις μεγάλες πίστες της Αθήνας. Μαρινέλλα, Πάριος, Μητροπάνος. Φιλενάδες αγόραζαν σε τιμή ευκαιρίας εισιτήριο για “καλό σκοπό”, ενώ κίνητρο, όσο και άλλοθι, ήταν ξεκάθαρα: μαζί με ένα πιάτο στεγνά σκαλοπίνια κολυμπητά στην κρέμα γάλακτος κι ένα-δυο ποτήρια κρασί, απολάμβαναν το σόου που δεν τους πήγαινε ο άντρας τους… Τι σημασία είχε όμως; Τα χρήματα μαζευόντουσαν. Οι κυρίες χαιρόντουσαν. Οι πίστες γέμιζαν τις ημέρες που αλλιώς θα ήταν αδειανές. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.

Με την έλευση της κρίσης, έγινε πολύ δυσκολότερη η εξόρυξη πόρων από τις τσέπες των φίλων κάθε οργάνωσης. Έγιναν λιγότερα τα χρήματα που προορίζονταν για διασκέδαση, άρα το δέλεαρ του φθηνότερου εισιτηρίου για τα μπουζούκια, ή του ακριβότερου εισιτηρίου -με νότες glam- για μια πιο κυριλέ συναυλία, έχασε την ισχύ του. Οι πιο ευέλικτοι fundraisers το έριξαν στα bazaar: άδειασαν σιγά σιγά τις τιγκαρισμένες ντουλάπες μας, πουλώντας δεύτερο χέρι αφόρετα συχνά ρούχα, στον όλο και μεγαλύτερο αριθμό αυτών που, από άποψη πια, επιλέγουν να αγοράσουν έτσι. Ρούχα, βιβλία, αντικείμενα για το σπίτι, όλα αποκτούν δεύτερη και τρίτη ζωή.

Για αυτούς όμως με την πιο βαθιά τσέπη, που η κρίση δεν επηρέασε τόσο, το bazaar είναι μια βόλτα Κυριακής, για να αγοράσεις σπιτική πασταφλώρα και δυο χειροποίητα στολίδια, ενισχύοντας τη φιλοζωική της γειτονιάς σου, το τοπικό σύστημα των Προσκόπων, ή (συνηθέστατα) το ίδρυμα στο ΔΣ του οποίου συμμετέχουν οι φίλες σου. Με άλλα λόγια, ψιλολόι. Γιατί όμως δεν βάζουν το χέρι στην τσέπη για μια γενναία δωρεά, όταν ακούν, πανταχόθεν, ότι το Μουσείο Μπενάκη έχει τεράστιο πρόβλημα; Χρειάζεται αντίκρυσμα για το χιλιάρικο; Σκάω τα χίλια, αλλά “αγοράζω” ένα δείπνο, ένα fashion show, μια φωτογραφία με τον Jean Paul.  Ή, σκάω χίλια, αλλά εμφανίζομαι να ανήκω στο κλαμπ αυτών που μπορούν να τα σκάσουν. Ή τα σκάω, αλλά θέλω να το μάθουν και οι άλλοι ότι τα έσκασα, οπότε μου ξεφεύγει κι ένα φεϊσμπουκικό check-in στο Μουσείο. Πόσοι, άραγε, από αυτούς που παρευρέθηκαν χθες στο gala, είχαν σκασίλα μεγάλη, όνειρο ζωής, να δουν τα ρούχα του Gaultier; Πόσοι ήθελαν να μην το χάσουν, γιατί ήταν το γεγονός του μήνα, που άλλοτε θα αφιέρωνε σ’αυτό ο Ίακχος σελίδες κι ο Τήλεφος θα έδινε το δεξί του χέρι για να παρευρεθεί; Μήπως απλά μας έχουν λείψει τέτοια γεγονότα, τέτοιες ευκαιρίες να βάλουμε τα καλά μας; Γιατί η αλήθεια παραμένει πως αν αυτοί όλοι που πήγαν χθες στο gala, υποστήριζαν με τακτικές, μικρότερες, δωρεές το Μουσείο, άνευ άλλης αφορμής, πέραν του ότι εκτιμούν το έργο και τα προγράμματά του και επιθυμούν να συνεχίσει να υπάρχει, τα πράγματα θα ήταν μακροπρόθεσμα πολύ καλύτερα για το Μουσείο. Όπως και για κάθε άλλο φορέα που εξαρτάται από συνδρομές και δωρεές για να “ζήσει”.

Υποθέτω πως δεν υπάρχει μια απάντηση που να καλύπτει όλους. Υπάρχουν σιωπηλοί ευεργέτες, που όταν καμια φορά τυχαία αποκαλύπτονται, σχεδόν ντρέπονται που γίνεται θέμα. Υπάρχουν καθημερινοί, μικροί, ανώνυμοι ευεργέτες, που κανείς δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά αυτοί τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους. Υπάρχουν κοσμικοί ευεργέτες, που νιώθουν καλά με τον εαυτό τους, αλλά νιώθουν ακόμη καλύτερα όταν η προσφορά τους δεν περνάει απαρατήρητη στον κύκλο τους. Υπάρχουν ευεργέτες που μέσω της προσφοράς τους προσπαθούν να ανελιχθούν κοινωνικά και να αποκτήσουν, έστω και σήμερα, μια θέση στον φθίνοντα κύκλο των “παλιών καλών Αθηναίων” (που στην πλειοψηφία τους απαρτίζουν την ευγενή τάξη των nouveau-pauvres). Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μετράει είναι πως υπάρχουν ακόμα ευεργέτες. Εύγε στο Μουσείο Μπενάκη που κινητοποίησε 200 από αυτούς. Εύγε στους 200 που ανταποκρίθηκαν.

 

 

 

 

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s