Χο, χο, χο


Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του '60

Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του ’60

Ο Άγιος Βασίλης των παιδικών μου χρόνων δε θυμάμαι να υπήρξε.
Αν κάποιος βίαια μου αποκάλυψε πως δεν υπάρχει, δεν το θυμάμαι. Ή που διαγράφηκε από τη μνήμη μου, όπως πολλές τραυματικές εμπειρίες έχουν τη συνήθεια να κάνουν, ή που δεν είχα την κατάλληλη ενθάρρυνση για να πιστέψω στην ύπαρξή του. Στο σπίτι μας δεν του βάζαμε μπισκοτάκια και γάλα αποβραδίς, και οι κάλτσες μας δεν ήταν κόκκινες, σαν των άλλων παιδιών, ήταν χακί, πλεκτές, στρατιωτικές και ατέλειωτα μακριές. Ποιος στρατός, πού στον κόσμο, είχε κίνκι κάλτσες πάνω από το γόνατο, ουδέποτε έμαθα. Ξέρω πως εγώ, στη θέα των καλτσών Χριστούγεννα πρωί,  ενώ βιαστικά έλυνα το φιόγκο για να ξεχυθεί από μέσα το ποτάμι των εκπλήξεων, έκανα και μια σκέψη για τη γυναίκα που έπλεκε κάλτσα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το γράμμα απ’το παιδί στο μέτωπο.

Ο πατέρας μου δεν υπηρέτησε και οι κάλτσες παρέμεναν μυστήριο, έως που, τις προάλλες, μας αποκάλυψε η μαμά πως τις είχε αγοράσει στο Μοναστηράκι, Απόκρηες, για να ντύσει τον μπαμπά εξερευνητή με βερμούδα και κάσκα.

Ήμασταν στα Χριστούγεννα όμως. Οι κάλτσες αυτές ήταν πάντα δεμένες με χρωματιστό, γιορτινό φιόγκο κι είχαν μέσα κάθε λογής καλούδια: μολύβια, γόμες-γάτες, ξύστρες-αεροπλάνα,  κουκλάκια, μίνι σπαζοκεφαλιές και στα κενά, στριμωγμένα, σοκολατάκια και καραμέλλες πολλές. Τις ανοίγαμε πάντα πρώτες, κι όταν πια παραμεγαλώσαμε, και το κυρίως δώρο έφτανε, πεζά, σε φάκελο, οι κάλτσες απέμεναν η μόνη έκπληξη των Χριστουγέννων. Κι εξακολούθησαν να εμφανίζονται γεμάτες, μπροστά στο πατρικό τζάκι, για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που τρύπησαν, και η μαμά κουράστηκε να αγοράζει γόμες-γάτες και γλυφιτζούρια για σαραντάχρονα.

Εμείς είχαμε μάθει πως αν κάτι το επιθυμείς πολύ, ο παππούς κι η γιαγιά – δυο, πλήρη, σετ μέχρι τα δεκαεννιά μου – ενδέχεται να διαβάσουν τη σκέψη σου και να τη μετουσιώσουν σε πακέτο με φιόγκο. Το σύστημα δούλευε άψογα, έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να το αμφισβητήσω. Ο Άγιος Βασίλης ήταν λοιπόν μόνο ένα σύμβολο. Ένας χοντρούλης γελαστός, με ροδαλά μάγουλα και πάλλευκη γενιάδα, με γυαλιστερές μπότες κι απαστράπτουσα αγκράφα στη ζώνη του. Μεγαλόπρεπος, σαν άλλος Ηνίοχος, όρθιος στο έλκηθρό του, ή στριμωγμένος σε καμιά καμινάδα, με τις μπότες του να κρέμονται μέσα στο τζάκι, εμφανιζόταν στις σελίδες των βιβλίων ή, συρρικνωμένος, ως Χριστουγεννιάτικο στολίδι.

Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του, ο Άη Βασίλης, στο Μινιόν. Μια ανάμνηση αμυδρή, το Μινιόν, έχω  την αίσθηση πως θυμάμαι περισσότερο τη λέξη, όχι το χώρο. Αν προσπαθήσω πολύ, ίσως σου πω πώς ήταν η πρώτη κυλιόμενη σκάλα της ζωής μου, αλλά δεν παίρνω κι όρκο πως έχω δίκιο. Η φωτογραφία όμως, που τραβήχτηκε τις γιορτές του ’68, πιστοποιεί με τον πιο γλαφυρό τρόπο, πως υπήρξα στ’αλήθεια στο Μινιόν.

Ο αδελφός μου κι εγώ, με προσφυγικό λουκ, διστακτικά στημένοι μπροστά στον Άγιο, που για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της αέναης παρέλασης παιδακίων έχει κατεβάσει ένα τσιπουράκι παραπάνω, κρατάμε γερά μια ΙΟΝ γάλακτος στο χέρι και κοιτάμε το φακό. Στο κάδρο μαζί μας, ένα καχεκτικό ελαφάκι με δυο πόδια μετέωρα, ένας κορμός δέντρου, στο βάθος μερικά κουτιά με κούκλες, σε απροσδιόριστη διάταξη. Και πάνω από το κεφάλι του μικρού, αιωρείται το μέγα μυστήριο κι απόλυτα σουρρεαλιστικό στοιχείο: ημίγυμνο, όχι αγγελούδι, αλλά κούκλα εποχής, με σκούφια φραμπαλαδωτή και πέος ασύστολα εκτεθιμένο.

Τη φωτογραφία τη βρήκα ξεσκαρτάροντας τα πράγματα της τελευταίας γιαγιάς – από τα  δυο αρχικά σετ – που επέμεινε να διαβάζει τη σκέψη μας και να τη μετουσιώνει σε φακελάκι, κάθε Χριστούγεννα, μέχρι τα τελευταία της ζωής της. Πέθανε εκατόν τεσσάρων ετών.

Αυτή η γιαγιά μάς είχε πάει φαίνεται στο Μινιόν, είτε επειδή ήταν της μόδας, είτε επειδή την είχα πρήξει για να μας πάει. Δε φαίνεται να το διασκεδάσαμε ιδιαίτερα και, γνωρίζοντας τη γιαγιά μου και πόσους καυγάδες είχαμε κάνει για το “δεν είχες τίποτα πιο κομψό να φορέσεις” και “ντροπή να πας έτσι, κρεμανταλού”,  αναρωτιέμαι πώς καταδέχτηκε να μας κυκλοφορήσει έτσι, χρονιάρες μέρες, στο πιο σικ προορισμό των Αθηνών! Η μαμά δεν έχει καμιά ανάμνηση του συμβάντος, αντιμετωπίζει το δυο νούμερα μικρότερο παλτουδάκι με γέλια και, δικαιολογείται για τα αγυάλιστα, σύχρηστα παπούτσια, λέγοντας πως θα’χε σκόνες ο δρόμος…

Για τον τσίτσιδο κούκλο, δεν υπάρχει ούτε δικαιολογία, ούτε εξήγηση. Ίσως όμως, μαζί με τον μπεκρή Άη Βασίλη, να ευθύνεται για πολλές τραυματισμένες ψυχούλες της δεκαετίας εκείνης.

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Χο, χο, χο

  1. Haralambos Laskaris says:

    Εύγε Μαρίνα για το κείμενο, και ιδίως για το κομμάτι που αναφέρεσαι στις αναμνήσεις…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s