Manic Saturdays


Είναι μέρες, Σάββατα, που θέλω να τα προλάβω όλα. Ξυπνάω με το πάσο μου, αλλά με μεγαλόπνοο σχέδιο που έχω καταγράψει, βήμα-βήμα, στον εγκέφαλό μου. Πετιέμαι απ’το κρεβάτι και οι κινήσεις μου έχουν κάτι μανιακό, που μαρτυρά πως το μυαλό τρέχει πιο γρήγορα απ’το σώμα. Ξεκινώ για την κουζίνα, μα στο δρόμο σταματώ κι απλώνω μια μπουγάδα. Ανάβω την καφετιέρα ενώ, σχεδόν ταυτόχρονα, μπαίνω στον υπολογιστή για μια γρήγορη βόλτα στα social media. Εκεί που βρίσκω κάτι καλό να ποστάρω, εκεί αποφασίζω ότι είναι ώρα για κοιλιακούς. Με τον τελευταίο, έχω πεταχτεί όρθια, γιατί το μάτι μου έχει εντοπίσει άπειρη σκόνη κάτω απ’την πολυθρόνα. Το swiffer προηγείται του καφέ.

Στη φαντασία μου, που εμφανίζεται παραπλανητικά ρεαλιστική, όλα γίνονται παράλληλα, καθώς τα σκέφτομαι. Βλέπω τον εαυτό μου να κάνει ταυτόχρονα πέντε πράγματα, κινούμενος με σαγηνευτική ευκολία από δωμάτιο σε δωμάτιο. Σηκώνομαι απ’τη καρέκλα και ξεκινάω να μιμηθώ εκείνον τον εαυτό, της φαντασίας μου. Βγαίνω στο μπαλκόνι να σκουπίσω την εξοργιστική γύρη. Πριν πιάσω το φαράσι, είμαι μέσα και ξεστρώνω το κρεβάτι. Επιστρέφω στο φαράσι, αλλά τα μπουμπούκια της λεμονιάς παρακαλούν να φωτογραφηθούν. Η μοσχοβολιά του κέικ που ψήνεται μου θυμίζει πως πρέπει να το τσεκάρω. Η είσοδός μου στην κουζίνα, επιφέρει άνοιγμα του ντουλαπιού των τροφίμων. Καθώς περιεργάζομαι τα περιεχόμενα, φαντασιώνομαι πώς θα μετατρέψω μια καταψυγμένη πέρκα σε Ινδική πανδαισία. Μόνο που μου λείπει το γάλα καρύδας. Να βγω να πάρω. Πριν βγω όμως, να ολοκληρώσω το άλλαγμα των σεντονιών. Και να βάλω εκείνη τη γύρη, επιτέλους, στο φαράσι.

Ο γάτος είναι ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς στο διάδρομο, στο ρεύμα που δημιουργούν δυο ανοιχτές μπαλκονόπορτες. Χρειάζεται επειγόντως χτένισμα. Το γκλινγκ-γκλονγκ του sms συμπίπτει με το χτύπο του ξυπνητηριού για το κέικ. “Ήλιοοοοοος, καφέεεεεεδες” το επιτακτικό μήνυμα. Προφανώς. Σάββατο-λιακάδα-άραγμα. Ας περιμένει η γύρη. Ας ξανασκορπίσει, ας περάσει απ’τις χαραμάδες, ας τη βρω αραχτή στο παρκέ. Ο πύργος των χαρτιών στο γραφείο μου, πιο γυρτός κι απ’της Πίζας, ας περιμένει κι αυτός.

“Είμαι εκεί σε 20”. Με το κέικ ασφαλές εκτός φούρνου, το γάτο χτενισμένο και τη γύρη σ’ένα τακτικό βουναλάκι στο μπαλκόνι, το δεύτερο sms σημαίνει την εκκίνηση νέου δρόμου ταχύτητας. Μπαίνω με φόρα στο μπάνιο όπου, παράλληλα με το ντους, υποκύπτω στην ακατανίκητη επιθυμία να τρίψω τους αρμούς των πλακακίων με την παλιά οδοντόβουρτσα. Φρεσκοπλυμένη, ενυδατωμένη, ντυμένη μα ενδυματολογικά ανικανοποίητη (μιας κι η άνοιξη επιφέρει τεράστια αναστάτωση στην γκαρνταρόμπα μου), τηλεφωνώ στους γονείς και φλυαρώ, μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι. Ξέρω καλά ότι η επιστροφή απ’τη βόλτα ακολουθείται παραδοσιακά από ηδονική σιέστα, αποκλείοντας κάθε τι που θυμίζει, έστω και αμυδρά, δουλειά.

Βγαίνω, επιστρέφω, κλαδεύω τη μπουκαμβίλια, μαζεύω τη γύρη που με περιμένει πειθήνια στο βουναλάκι της, κοιμάμαι.

Μετά, ως δια μαγείας, οι ρυθμοί πέφτουν κατακόρυφα. Το τρελό κυνηγητό του πρωινού αντικαθίσταται από αργόσυρτα βήματα και νωχελικές κινήσεις. Η καταγραφή όλων όσα πρέπει να γίνουν έχει διαγραφεί απ’το μυαλό.  Η σκέψη γυρίζει στο τι θα κάνουμε το βράδι, πώς θα περάσουμε την Κυριακή, πόσο αργά θα’ρθει η Δευτέρα. Περίεργως, το Σαββατοκύριακο φαντάζει ακόμη μακρύ.

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s