Μια κοπάνα κάθε χρόνο το γιατρό αφήνει μόνο.


Είναι που ξέρεις πως όλοι οι άλλοι είναι στα θρανία τους ή στα γραφεία τους, είναι που ανακατεύεσαι με τον κόσμο που κυκλοφορεί έξω τις καθημερινές, αυτόν που πίνει καφέ τις ώρες που εσύ αναρωτιέσαι “ποιός διάολε γεμίζει τις καφετέριες τέτοια ώρα και μέρα εργάσιμη”… Λίγο η παρανομία, λίγο το σύνδρομο του σχολείου, η κοπάνα είναι μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις για τον εργαζόμενο, με ρέγουλα βέβαια για να μη χάνει την ομορφιά της.

Όταν πήγαινα σχολείο ομολογώ πως δεν έκανα πολλές κοπάνες. Υπήρχε βέβαια η κλασική, συχνή κοπάνα της πρώτης ώρας, που μαζευόμασταν σε ένα άθλιο καφενείο δίπλα στον Πάπυρο Λαρούς, στο Μαρούσι. Πίναμε ζεστό κακαό, σκέτο σερμπέτι, και παίζαμε τάβλι, παρέα με ποικίλους συνταξιούχους, οδηγούς αστικών λεωφορείων – το καφενείο ήταν δίπλα στο αμαξοστάσιο – κι άλλους πρωινούς, γραφικούς τύπους της περιοχής.

Στο Πανεπιστήμιο η κοπάνα δεν είχε απολύτως κανένα νόημα, γιατί κανείς δε μετρούσε παρουσίες/απουσίες – το σκεπτικό των Βρετανών ήταν ότι εσύ ο φοιτητής, ο νοήμων ενήλικας που είχε επιλέξει να βρίσκεται εκεί, δεν είχες ανάγκη το “βούρδουλα” του απουσιολογίου,  δεν ήσουν αναγκασμένος να είσαι παρών στο μάθημα, αλλά κρινόσουν αποκλειστικά και μόνο εκ του αποτελέσματος. Μετρημένες στα δάχτυλα οι υποχρεωτικές παρουσίες λοιπόν, που και πάλι δεν τις ένιωθες υποχρεωτικές γιατί σου’κανε κέφι να είσαι εκεί. Η ωριμότης σε όλο της το μεγαλείο.

Και μετά ήρθε η δουλειά. Αχ, η δουλειά… Υποχρεωτική παρουσία, πέντες ημέρες την εβδομάδα, σαρανταεπτά εβδομάδες το χρόνο, επί είκοσι πέντε συναπτά έτη. Παρούσα, παρούσα, παρούσα. Πώς να μη νοσταλγήσεις μια κοπάνα! Όχι άδεια κανονισμένη από καιρό και, συνήθως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο – αναψυχή ή αγγαρεία δεν έχει σημασία – αλλά κοπάνα αυθόρμητη, χωρίς λόγο και χωρίς πρόγραμμα.

Το χωρίς πρόγραμμα είναι αυτό που κάνει την κοπάνα, γλυκειά κι αμαρτωλή. Κατ’αρχάς ξυπνάς νωρίς – είναι σαν την εκδρομή που δεν σε νοιάζει να σηκωθείς απ’τα χαράματα – για να φτουρίσει. Μανικιούρ πρωί-πρωί και μετά συναντάς μια φίλη, που είναι μάνα καριέρας, για έναν μακρόσυρτο καφέ. Κοντά στο café βρίσκεις τυχαία μια λαϊκή και σου΄ρχεται η όρεξη να φτιάξεις μια τάρτα φράουλα. Ψωνίζεις φράουλες, φτιάχνεις τάρτα. Κοιτάς το ρολόι σου, δεν έχει πάει καν μεσημέρι. Παρασύρεις τον φίλο, ελεύθερο επαγγελματία, στην ακολασία και τον σούρνεις στο Mall. Χαζεύετε βιτρίνες, ψωνίζετε χαζά, πίνετε κι άλλο καφέ και μετά, για να αποκορυφωθεί ο παλιμπαιδισμός, παίζετε και δυο γύρους bowling. Είναι ακόμη μόνο 5μμ. Απομένει ακόμη πολλή μέρα και πολλά γκάζια. Ποτάκια, σινεμά, φαί, κουβέντες χαλαρές κι ένας γλυκός ύπνος, όπως κοιμάται το παιδί μετά από εξαντλητικό παιχνίδι.

Η κοπάνα έπρεπε να συνταγογραφείται. Ή μάλλον όχι. Γιατί τότε θα έχανε το status της παρανομίας και, κοντά σ’αυτό, όλη της την ομορφιά.

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s