Πορτοκαλόπιτα με πορτοκάλια


Η συνταγή έλεγε πορτοκαλόπιτα. Με φύλλο κρούστα, χυμό και ξύσμα πορτοκαλιού μπλα μπλα μπλα. Είχα λεμόνια. Πολλά λεμόνια, κανονικά λεμόνια από λεμονιά, που καθόταν στο συρτάρι του ψυγείου και περίμεναν την επιφοίτηση.

Έλα μωρέ, τι πορτοκάλια, τι λεμόνια. Εσπεριδοειδή και τα δυο, χυμός και τα δυο, ξύσμα και τα δυο, εξ άλλου τρελαίνομαι για λεμονογλυκά και μάλιστα ξινούτσικα. Τάρτα τώρα και lemon pie, όλο τα ίδια και τα ίδια. Γυρίζω σπίτι, μετά από γυμναστική, τσίτα τα γκάζια. Πριν καλά-καλά βγάλω τη φόρμα έχω ήδη πιάσει το φύλλο Βυρηττού και το’χω κάνει κρόσια (shredded έλεγε η συνταγή). Στίβω και δέκα λεμόνια – μεγάλη υπόθεση ο ηλεκτρικός στίφτης – κι ανοίγω το ντουλάπι να πάρω τη ζάχαρη.

Είναι 9.15μμ και δεν υπάρχει λευκή ζάχαρη στο ντουλάπι της κουζίνας. Ό τι έχει απομείνει στο βάζο συν ένα σακούλι μαύρη. Το φύλλο κρόσια στο ταψί, τα λεμόνια στιμμένα – δεν υπάρχει γυρισμός. Μόνο πρόσω ολοταχώς.

Είναι ξινό το λεμόνι, θέλει πιο πολλή ζάχαρη απ’τα πορτοκάλια. Κοινή λογική. Ένα ποτήρι λοιπόν αντί για μισό, τα χτυπάω όλα μαζί, περιχύνω τα κρόσια και το χώνω στο φούρνο για να καταπιαστώ με το σιρόπι. Σιρόπι δεν έχω ξανακάνει. Πόσο δύσκολο νά’ναι; Σιγά τα ωά. Κι άλλος χυμός λεμόνι, νεράκι και 2 ποτήρια ζάχαρη – μισό λευκή κι ενάμισυ απ’την άλλη, τη σκούρη. Σκούρο το σιρόπι, σα μέλι. Ωραιότατο στο χρώμα. Δεν πήζει ποτέ. Δοκιμάζω και νιώθω αυτήν την υπερέκκριση σάλιου και το μούδιασμα πίσω απ’τα αυτιά. Της ξινίλας της απίστευτης. Το πλακώνω στη ζάχαρη, δε μετράω πια, προσπαθώ να σώσω ότι γίνεται…

Το άλλο, στο φούρνο, μοσχομυρίζει. Κοκκίνισε το φύλλο, έπηξε η κρέμα, μμμμ. Βάζω ένα πιρούνι να δω αν έχει ψηθεί μέχρι κάτω. Αφηρημένη γλείφω το πιρούνι – οι τρίχες της κεφαλής μου όρθιες! Μάλλον έπρεπε να έχει γίνει μισό-μισό, λεμόνι-πορτοκάλι…

Επειδή ποτέ δεν αφήνω μια δουλειά στη μέση, επιμένω να ολοκληρώσω το ζαχαροπλαστικό θαύμα. Όταν γλυκό και σιρόπι είναι πια χλιαρά, περιχύνω το ένα με το άλλο και περιμένω. Μια ώρα μετά, το σιρόπι έχει απορροφηθεί (σχεδόν) και η όψη του συνόλου είναι εξαιρετική: χρώμα καραμέλας (ένεκα η μαύρη ζάχαρη), γυαλάδα, κριτσανιστά κομματάκια φύλλου να εξέχουν. Χάρμα οφθαλμών.

Μια μεγάλη, λαίμαργη κουταλιά. Μου φεύγουν τα τσιμπιδάκια (η έκφραση, δανεική αλλά τόσο περιγραφική, παραπέμπει σε μαλλί που σηκώνεται τόσο ακαριαία και βίαια όρθιο, που τα τσιμπιδάκια που το συγκρατούν εκσφεντονίζονται βλ. μαλλί και τσιμπιδάκι τύπου Μαφάλντα). Μια ώρα μετά, η γλώσσα μου συναντάει ακόμα ξινά σημεία σε κρυφές γωνιές των ούλων μου ενώ η λεμονόπιττα έχει ήδη πάρει το δρόμο για τη χωματερή των Άνω Λιοσίων.

Όταν η συνταγή λέει πορτοκάλια, θέλει πορτοκάλια. Αύριο, τάρτα λεμόνι.

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s