Ξαφνική μπόρα


Αστραπή φωτίζει στιγμιαία τη νύχτα
Βροντή σπάει την νεκρική σιγή
που βασιλεύει στην αυλή μου.
Ριπή ανέμου ζωντανεύει
τα κλαριά της γαζίας
σκορπάει τα άνθη της κακίας,
της μοναξιάς,
του ανικανοποίητου.
Κρύα βροχή ξυπνάει τις αισθήσεις
μαστιγώνει τις αναμνήσεις
μέχρι να υποταχτούν.

Μπόρα ήταν και πέρασε.
Τώρα πάλι νύχτα, πάλι σιγή
χωρίς κάν το παρήγορο τσικ τσικ
της σταγόνας στο τζάμι.

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous. Bookmark the permalink.

One Response to Ξαφνική μπόρα

  1. Steph Daedalus says:

    Blue Train is apparently the name of colour #3A5894. At least that’s what I learned tonight trying desperately to accurately describe the shade of the clouds of the past ten o’clock but still dayish sky. I was going back home, after the day painted below.

    Τις τελευταίες μέρες στο Παρίσι έχει ξαφνικές μπόρες κάθε απόγευμα προς κάθε βράδυ, κι έτσι δεν μας ξαφνιάζουν πια καθόλου. Απλώς ξεσπούν, την συνηθισμένη πάντα ώρα, σαν σε ψυχανάλυση. Και κατεβάζουν οι σερβιτόροι τις τέντες στα καφέ, και καλύπτουν οι βιβλιοπώληδες με πλαστικά τα βιβλία, και κάποιοι περαστικοί χωρίς ομπρέλα απλώς ταχύνουν το βήμα προς το μετρό μουλιάζοντας κάτω από κάποια χάρτινως αναποτελεσματική εφημερίδα. Τα ίδια πάνω-κάτω, κι όταν ξεσπάσει το κλάμα. Κατεβάζει ο λαιμός το κεφάλι, καλύπτουν τα χέρια τα μάτια, και κάποιες απροστάτευτες σκέψεις τρέχουν να φτάσουν κάπου που θα είναι ασφαλείς. Άλλα στις μπόρες όσο και να τρέξεις, όπως και να το κάνουμε, βρέχεσαι. Κι αυτές οι απερίσκεπτες, τα ήθελε ο πισινός τους και βγήκαν με την μπόρα. Και βράχηκαν, και ότι και να κάνουν θα φτάσουν μούσκεμα στο μετρό όπου βιάζονται να ξαναμπούν. Τώρα πια όσο υπόγεια και να πάνε θα φορούν πάντα εκείνο το λευκό μπλουζάκι το ριτιδιασμένα κολλημένο, το τελείως διαφανές, και θα φαίνονται όλα από μέσα ροζ. Κι ο κόσμος γύρω θα κοιτάει λίγο παράξενα, αλλά την σκέψη καθόλου δεν θα την νοιάζει πια. Θα στίβει απλώς τα μαλλιά της και θα χαμογελάει.
    Όλο αυτό βέβαια, για να το αντέξει κανείς, προϋποθέτει να είναι καλοκαίρι. Πάντα να έχει αμέσως μετά δίπλα του την ζεστασιά κάποιου καλού φίλου να τον τυλίξει γέλια. Μόνο έτσι γίνεται. Και για καλή μου τύχη, τα μάτια της φίλης που μετά το ξέσπασμα με περιέβαλλε, φώτιζαν σαν ήλιοι. Καθώς ανταλάσσαμε φωτιές σαν ιδέες στο καφέ, ήρθε και η ξαφνική μπόρα στην συνηθισμένη πάντα ώρα της. Για φόντο μια κουρτίνα καταράκτης μπροστά στην τέντα και σε πρώτο πλάνο να ελίσεται με τον δίσκο η σερβιτόρα χαμογελαστή με την χαλαρωμένη μαύρη γραβάτα και το άσπρο πουκάμισο. Είχε κι ένα πορτοκαλί λουλούδι απαγορευμένα κομμένο από περιποιημένο παρτέρι πριν βρέξει η ιστορία, αλλά αυτή ίσως κάποτε ψυχαλύση σε εκείνο το δικό μου, μελλοντικό, ιστολόγιο.
    Κάπως έτσι ήταν λοιπόν η μέρα μου σήμερα, και το “τσικ τσικ της σταγόνας στο τζάμι” που με αποκοίμιζε μέχρι χθες, δεν το ακούω τώρα, κι ούτε το αποζητάω πια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s