On impatience


Patience is not a virtue. It’s an illness.
That’s why hospitals and doctors’ waiting rooms are full of patients – people being patient. Waiting, enduring without complaining, coping with the pain and the anxiety and the concept of dying. Then again that in itself is pretty virtuous. Remarkably, the fact that the adjective for practicing patience is a synonym for the noun for being treated for illness, makes absolute sense.

What about impatience then? If the synonym theory applied also to the opposites, then being impatient would imply a state of perfect health, of not requiring medical care – not being a patient. Upon leaving the hospital, treatment complete, health restored, one would automatically be an impatient. Would they?

Being chronically impatient on the other hand, makes you a patient. When you can’t wait for the next moment and are constantly, persistently, striving to make it happen now, then impatience is a self-destructive, mind-consuming condition. Cycles start and take their own sweet time to complete. No reason to fast-forward. Patience.

I am impatient, therefore I am a patient; an impatient patient.

George Michael on Patience:

Advertisements
This entry was posted in miscellaneous and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

5 Responses to On impatience

  1. Steph Daedalus says:

    Έμαθα την λέξη « ανυπομονησία » όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε, ένα πρωί στην κουζίνα της γιαγιάς. Είχαμε πλάσει κουλουράκια. Αστεράκια, καρδούλες, πλεξούδες. Με το που τα βάλαμε στο φούρνο εγώ έκανα σαν τρελή να τα βγάλουμε.
    Πότε θα είναι έτοιμα, γιαγιά;
    Τώρα;
    Σε πόσην ώρα;
    Τώρα;
    Και τώρα;
    Ακόμα;
    Ώχου, παιδί μου, είσαι πολύ ανυπόμονη!
    Η κουζίνα ήταν πολύ μεγάλη, κι εγώ πολύ μικρή. Τα μάτια μου μετά βίας έφταναν στο ύψος του φούρνου και η γιαγιά – στα όρια της δικής της υπομονής – μου εξηγούσε πως δεν θα μπορέσω να μεγαλώσω αν είμαι « έτσι ανυπόμονη ».

    Εγώ πάντως επί 20 χρόνια μια χαρά μεγάλωνα. Έκανα βιαστικά τα « καθήκοντά » μου κι έπαιρνα άριστα. Ανυπομονούσα να τελειώσω το σχολείο να πάω στο πανεπιστήμιο να μάθω πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Μετά ανυπομονούσα να τελειώσω τις εργασίες του εξαμήνου και να έρθει το καλοκαίρι. Έβαζα στόχους ανυπότακτους και γρήγορα έτρεχα να τους προλάβω χωρίς να περιμένω. Κι έπαιρνα πτυχία, έκανα γνωριμίες, μάζευα εμπειρίες, μάθαινα, μεγάλωνα.

    Ίσως όμως όχι ακριβώς. Γιατί η αλήθεια είναι ότι κουλουράκια απο τότε δεν ξαναέπλασα, φροντίζοντας να ανυπομονώ για πράγματα που μπορούσα λίγο-πολύ να ελέγξω και να χειριστώ. Μέχρι που ένα πρωί ήρθε ο έρωτας να μου μάθει την « ανυπομονησία » σε όλες της τις φόρμες. Αστεράκια, καρδούλες, πλεξούδες. Δεν ήξερα απο πού να ξεκινήσω να καταλάβω τον άνθρωπο απέναντί μου.
    Πότε θα σε ξαναδώ;
    Σε πόσες μέρες;
    Πότε θα γυρίσεις;
    Τι ώρα;
    Ακόμα;
    Έρχομαι. Λίγο ακόμα. Κάνε υπομονή.
    Ο έρωτας ήταν πολύ μεγάλος, κι εγώ πολύ μικρή. Τα μάτια μου μετά βίας έφταναν στο ύψος των άλλων ματιών, κι εκείνα – σίγουρα πιο υπομονετικά – μου μάθαιναν επιτέλους πως να αναπνέω, να μεγαλώνω και να υπομένω την μέσα τους σκοτεινιά.

    Ήταν γλυκιά υπομονή, και θα ήθελα να ήταν για πάντα. Δεν ανυπομονούσα πια για κανένα πτυχίο, για καμία άλλη γνωριμία ή εμπειρία. Ήθελα απλώς να είμαστε εκεί και να υπομένουμε την αγάπη μας.

    Ώσπου ένα πρωί ήρθε ο πόνος του χωρισμού. Εκεί δεν υπήρχε χώρος για ανυπομονησία γιατί δεν υπήρχε πια καμία προσμονή. Ήμουν απλώς μόνη. Και τότε ανακάλυψα την πραγματική υπομονή. Αυτή που δεν θέλει προσπάθεια, αυτή που απλώς γίνεται δεύτερη φύση σου για χάρη της ελπίδας. Ότι μια μέρα ο πόνος θα φύγει.

    Από τα παραπάνω βγάζω το συμπέρασμα οτι η υπομονή και η ανυπομονησία δεν είναι ούτε αρετές αλλά ούτε κι αρρώστιες. Είναι φάρμακα. Το καθένα για διαφορετικό πόνο. Η ανυπομονησία θεραπεύει την ακινησία της ζωής που μας σιγοψήνει, δίνει ώθηση στα όνειρα, μας κάνει να ανοίγουμε φούρνους, να βγαίνουμε έξω άψητοι ακόμα, να πλάθουμε οι ίδιοι την ζωή μας, να τρώμε τα μούτρα μας, να μεγαλώνουμε. Η υπομονή μας θεραπεύει από την ψευδαίσθηση οτι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας, μας αφήνει να πάρουμε ανάσα μέσα στον χρόνο, να δεχτούμε τους χειμώνες του περιμένοντας την άνοιξη να έρθει. Μόνη της. Αβίαστα.

    Η υπομονή δεν είναι αιώνια. Υπομένει όσο χρειάζεται για να μας ξαναδώσει φτερά, για να μας ξαναδώσει την πίστη, ότι, ναι, είμαστε πάλι έτοιμοι να ανυπομονήσουμε για κάτι, κι οτι αξίζει τον κόπο. Στο στομάχι αρχίζουν να πετούν πάλι πεταλουδίτσες γύρω απο ανώρημους στόχους, η υπομονή έχει επουλώσει τις πληγές, και είμαι έτοιμη να κολυμπήσω ξανά και να βρώ τον ήλιο που θα μου δώσει σχήμα. Αστέρι, καρδιά, πλεξούδα. Ανυπομονώ.

    • marleoni says:

      Δεν έχω λόγια. Αλλά θέλω κι άλλα τέτοια κείμενα, πολλά. Τώρα, μετά, αργότερα – ναι! μπορώ να κάνω υπομονή!

      • Steph Daedalus says:

        🙂 Eυχαριστώ! Θα έρθουν σίγουρα κι άλλα κάποια στιγμή, γιατί το έδαφος που δημιουργείς είναι πολύ γόνιμο!

        ΥΓ: Μήπως ξέρεις αν υπάρχει τρόπος να αλλάξω το εικονίδιο που βρίσκεται δίπλα στο όνομά μου, ανεβάζοντας κάτι δικό μου;

      • marleoni says:

        υπάρχει αλλά πρέπει να θυμηθώ πώς – κάτι που έχει σχέση με gravatar…

  2. stephdaedalus says:

    Το βρήκα!! ευχαριστὠ! xxx

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s