Το κουκί και το ρεβύθι


Ταπεινό μου ρεβύθι. Μόνο σου, χωρίς το κουκί, γιατί  δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί του συνδαιτημόνα σου να του λείπει εκείνο το ένζυμο (G6PD) κι εκεί που λες ν’απολαύσεις ένα νηστήσιμο φαγάκι, να βρεθείς ξαφνικά στα Επείγοντα (κι ως γνωστόν ή τύποι Dr Green και McDreamy μόνο στα δικά μας εξωτερικά ιατρεία δεν είναι…)

Ταπεινό μου ρεβύθι, έλεγα. Που, με το κατάλληλο καβούρντισμα, γίνεσαι και στραγάλι. Μικρό, στρογγυλό, ευέλικτο. Και σούπα και σαλάτα και dip και ξηροκάρπι! Το μαγείρεψα ψιλο-ακολουθώντας αρχικά μια συνταγή του Δημήτρη Σκαρμούτσου, αλλά τελικά αυτοσχεδιάζοντας, όταν είδα ότι απαιτούσε περισσότερα του ενός σκεύη (μην τα ξαναλέω τώρα, ιδέ post περί παστίτσιου).

Τα υλικά, απλά κι ελληνικά: κρεμμύδι, ρεβύθια (βιολογικά ήταν τα δικά μου), λεμόνια, ελαιόλαδο (Μυτιληνιό – άμα δεν παινέψεις τον ελαιώνα σου πέφτει και σε πλακώνει), δενδρολίβανο απ’τη γλάστρα, αλατοπίπερο. Μην αρχίστε τώρα τις περίεργες ερωτήσεις, πόσο απ’το ένα και πόσο απ’το άλλο… ένα κρεμμύδι μεγάλο, όλα τ’άλλα κάπως αναλογικά και κράτει στο νερό γιατί δεν πρόκειται για σούπα. Αλλού είναι το μυστικό. Να μπει το δενδρολίβανο νωρίς στο παιχνίδι, να γυριστεί μαζί με το μαραμένο κρεμμύδι, ώστε να βγάλει το άρωμά του. Και να κάνουν και τα ρεβύθια επίσης μια βόλτα, πριν μπει το νερό. Όλα τα υπόλοιπα – λεμόνι μπόλικο, λάδι όσο επιτρέπει το καθενός η συνείδηση και αλάτι/πιπέρι – μαζί, μόλις πάρει μια βράση το νερό. Καπακώνεις και το ξεχνάς για δυο ωρίτσες περίπου. Ίσως χρειαστεί να συμπληρώσει κανείς λίγο νερό, μέχρι να δει τα ρεβύθια να χυλώνουν, αλλά όχι τόσο που να καταλήξει σούπα. Το τελικό “προϊόν” έχει τόσο ζουμί όσο κι ένα λαδερό, ας πούμε, φαί. Προσοχή, δεν δίνω επίσημα συνταγή, απλά λέω τι έκανα.

Κανένα ρεβύθι στη δική μου κουζίνα δε θα μυρίσει βέβαια ποτέ σαν αυτά που μοσχοβολούν τα Κυριακάτικα πρωινά στη Σίφνο, όταν απ’τα έγκατα των ξυλόφουρνων του νησιού βγαίνει η ρεβυθάδα, σιγοψημένη αποβραδίς στο παραδοσιακό σιφνέικο τσικάλι. Μπορεί όμως στιγμιαία να με ξεγελάσει και να με ταξιδέψει στα Εξάμπελα, την εποχή που, ως μικρότερους, μας έστελναν στο φούρνο να φέρουμε τα ρεβύθια κι εμείς, που τ’αποστρεφόμασταν από εφηβική μπλαζέ άποψη, εφευρίσκαμε χίλιους τρόπους να κουβαλήσουμε το τσικάλι χωρίς να μας μυρίσουν…

Αρώματα και γεύσεις μας ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο, όπως στην Πολίτικη Κουζίνα (Ευανθία Ρεμπούτσικα, “Μπαχάρια, κανέλλα και φύκια”)

Advertisements
This entry was posted in food, ταξίδι, miscellaneous and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s