Γιατί δεν ανοίγουμε χωρίς λόγο τα βαθιά συρτάρια. Ή γιατί, αντιθέτως, πρέπει πού και πού να τα ανοίγουμε.


IMG_1341

Λεύκωμα σχολικό, πραγματικά πρόσωπα, ευτυχώς με ψευδώνυμα.

 

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε δεν πήγα για μπάνιο. Το πέρασα, το περισσότερο, στον καναπέ, διαβάζοντας το τρίτομο ημερολόγιό μου, που συνάντησα σε ένα πολύ βαθύ συρτάρι, το οποίο προφανέστατα δεν έπρεπε να ανοίξω, εφόσον  ξέρω καλά πως τα μαγιό δεν είναι εκεί. Το ημερολόγιο καλύπτει το διάστημα από την τρίτη γυμνασίου ως το τέλος της δευτέρας λυκείου. Οκτακόσιες πενήντα περίπου μέρες, οι περισσότερες από αυτές στους διαδρόμους, τις τάξεις και την αυλή του σχολείου.

Το διήμερο αυτό ένιωσα πολύ κοντά μου ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους κυκλοφορούν ακόμη στη ζωή μου, φίλους που βλέπω συχνά, ή λιγότερο συχνά, συμμαθητές που συναντώ στο Facebook και στα reunions, άλλους με τους οποίους δε μοιραστήκαμε παρά ένα διάλειμμα, μια άσπρη Mikasa, μια γουλιά κόκα κόλα απ΄το ίδιο μπουκάλι, ένα κλεμμένο Marlboro, ένα αμήχανο μπλουζ, ή μερικές εκατοντάδες διαδρομές στο ίδιο πούλμαν.

Την εποχή εκείνη ο καψούρης την είχε πατημένη, τα αγόρια σου ζητούσαν να τα φτιάξετε, συχνά μέσω τρίτου, κάποιου ταλαίπωρου κολλητού με τον οποίον, τελικά, κατέληγες να μιλάς περισσότερο απ’ό,τι με τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Η χυλόπιτα ήταν χυλόπιτα, τότε όπως και τώρα. Την εποχή εκείνη γράφαμε και ανταλλάσσαμε χιλιάδες ραβασάκια, με τους μπροστινούς, τους πίσω, τους δίπλα, αλλά και με τους μεγαλύτερους, ακόμη και με το δίπλα σχολείο, αν βρισκόταν κανείς κοινός γνωστός να κάνει τον γραμματοκομιστή. Ήταν γραμμένα συχνά με τιρκουάζ μελάνι πένας Waterman, με χρωματιστά μαρκαδοράκια Tempo, αλλα και με ταπεινό μπικ που, πολλές φορές, έκανε διακοπές κι έπρεπε να περάσεις το κάθε γράμμα δυο και τρεις φορές… Πηγαίναμε σινεμά κάθε Σάββατο, αλλά πηγαίναμε και στο σχολείο κάθε Σάββατο, για λίγες ώρες.

Το απόγευμα ακούγαμε τον Γιάννη Πετρίδη κι αργότερα, όταν χτυπούσε το τηλέφωνο, καρδιοχτυπούσαμε, κι αν ήταν ο όποιος εκείνος, τραβούσαμε δέκα μέτρα καλώδιο και κλεινόμασταν στο δωμάτιό μας να μιλήσουμε, με τις ώρες, μέχρι που κάποιος γονέας διαμαρτυρόταν και το τηλεφώνημα έληγε απότομα. Στο καπάκι, ακούγαμε σαράντα φορές το Et si tu n’existais pas, επαναφέροντας τη βελόνα του πικάπ εμμονικά στο ίδιο κομμάτι, με το στομάχι κόμπο. Στο σχολείο, την επομένη, πού σε είδα, πού σε ξέρω.

Η ζωή ήταν μαθήματα, ανησυχία ή μη για τις επιδόσεις, βόλεϊ κι ενόργανη, διαπραγματεύσεις με τους γονείς για δικαιώματα που αργούσαν να δοθούν, επικαιρότητα ιδωμένη από μια άλλη δική μας γωνία, χωρίς αγωνία, αλλά, αδελφάκι μου, και αγόρια, πολλά αγόρια: ποιος μ’αρέσει σήμερα, με ποιον την έχω πατημένη αύριο, ποιος με κοίταζε στο σχολικό και ποιος στο βόλεϊ, ποιος μίλησε σε ποιον για ποιαν, σε ποιαν για ποιον, σου’πες, μου’πες, του’πες. Ήταν ονόματα αγοριών γραμμένα, ζωγραφισμένα, ελληνικά, λατινικά, με πεζά, με κεφαλαία, με χιλιάδες χρώματα, με λουλουδάκια και καρδούλες, πρωτότυπες γραμματοσειρές που θα ζήλευε κι ο ίδιος ο Neville Brody. Ήταν κουτσομπολιά από άλλα σχολεία, που μεταφέρονταν από τους συνομήλικους γείτονες, χαρτί και καλαμάρι. Ήταν κάτι χαζές κοπάνες από την πρώτη ώρα του μαθήματος, που κατεβαίναμε απ’το σχολικό πριν φτάσουμε στο σχολείο για να πιούμε κακάο παίζοντας τάβλι σ’ένα άθλιο καφενείο. Ή για να χαζέψουμε τα άλογα στον Ιππικό. Ήταν μαρτυρικές οικογενειακές διακοπές μακριά από τους κολλητούς, που τελικά όμως εξελίσσονταν σε όχι και τόσο μαρτυρικές. Ήταν ο Σνούπυ κολλημένος παντού, φωτογραφίες κομμένες από ξένα περιοδικά που έντυναν το θεόχοντρο τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο, που ξεκινούσε τη χρονιά ως το περίφημο Πρόχειρο και κατέληγε κάτι μεταξύ ημερολογίου, λευκώματος και ποιητικής συλλογής.

Τη βραδιά του Αβάντι Ντο Φα Φα Φα, μια μαγιάτικη βραδιά σε ένα πάρτι, η Ελλάδα ήρθε τέταρτη, αλλά εγώ χτύπησα πρωτιά. Τα έφτιαξα, μετά από μακρά διαπραγμάτευση μέσω τρίτου, με έναν συμμαθητή μου από το άλλο τμήμα.  Ανταλλάξαμε ταυτότητες (όχι αστυνομικές, τις άλλες τις ασημένιες, άλλη τρομερή σεβεντίλα) και δίσκους των Genesis και του Jo Dassin. Το πρώτο σ’αγαπώ έβερ το έλαβα “χτυπημένο” σε κόκκινη, αυτοκόλλητη ταινία. Σήμερα θα ερχόταν μέσω Snapchat που, τι βολικό!, εξαφανίζεται μετά από λίγο, ενώ η ταινία έμεινε κολλημένη στο ημερολόγιο να μου θυμίζει έναν θαρραλέο δεκαπεντάχρονο, πιο αυθόρμητο κι ειλικρινή από τους περισσότερους ενήλικες άνδρες που γνώρισα έκτοτε. Αγαπημένε, να΄σαι καλά.

Υπήρξα, όπως προκύπτει από τα γραμμένα, άτακτη, άκαρδη, άπιστη έφηβη. Αλλά και πολύ πιστή σε κάποιους που δεν το έμαθαν ποτέ. Σκληρή, όπως είναι συχνά τα παιδιά, χωρίς δεύτερη σκέψη για τα αισθήματα των άλλων. Αλλά και πονετικιά, για κάποιους που θεωρούσα αδικημένους. Δεκτική στην απόρριψη, που αφομοίωνα εύκολα, όσο εύκολα απέρριπτα άλλους. Όπως αυτόν τον ταλαίπωρο, τον από άλλη τάξη, μεγαλύτερη, που καβάλησε ένα λεωφορείο από τους Αμπελόκηπους ως την Κηφισιά, με την ελπίδα πως μέχρι να φτάσουμε στον Πλάτανο θα μ’έχει τουμπάρει. Τον οποίο, ναι, είχα ενθαρρύνει επί μακρόν, γιατί στ’αλήθεια μ’άρεσε, αλλά μετά δεν μ’άρεσε. Αίσχος.  Όπου κι αν είσαι, συγγνώμη, δεν είχα πρόθεση να σε πληγώσω.

Time traveling κανονικότατο τα ημερολόγια. Ανακάλυψα γεγονότα που δε θυμόμουν καθόλου, άλλα που θυμόμουν εντελώς διαφορετικά. Γέλασα μέχρι δακρύων. Με κάποιους, προχθές, μοιράστηκα αποσπάσματα. Αυθόρμητα, έως κι ανόητα. Τόσο ζωηρές έγιναν οι αναμνήσεις, που βρέθηκα ξανά στις κερκίδες. Αυτοί που ξέρετε, ξέρετε. Όσοι χαμογελάσατε, καλώς, όσοι όχι, συγχωρέστε τη δεκαπεντάχρονη, ελπίζω μόνο να μη σας έθιξα. Να τα κάψω, λένε. Δεν ξέρω, μπορεί να θελήσω να τα ξαναεπισκεφτώ. Θα με πειράξει αν, μετά θάνατον, πέσουν σε χέρια τρίτων; Μπα, δε νομίζω.

Posted in friendship, κοινωνία, miscellaneous, relationships | 1 Comment

Ναι, σας βαρέθηκα.


BORED BEAR

Από την ημέρα που έγραψα αυτό το “Ναι, θα έφευγα”, κάθε φορά που για κάποιο λόγο αναπαράγεται, με τον μαγικό τρόπο που ξαναφέρνει στην επιφάνεια τα πράγματα το ίντερνετ, δέχομαι καταιγισμό σχολίων, είτε κάτω από την εκάστοτε ανάρτηση, είτε στο blog. Άλλοι με συγχαίρουν, άλλοι συμμερίζονται την άποψή μου, άλλοι επαυξάνουν, άλλοι πάλι, πολλοί, με κατηγορούν για δειλία, μισελληνισμό και οκνηρία (που δεν κάθομαι να δουλέψω για να βελτιωθούν τα πράγματα, γιατί τι πατρίδα θα παραδώσω στους επόμενους;).

Με ύφος βλοσυρό, διάφοροι μου εξηγούν ότι τα πράγματα δεν είναι πουθενά ρόδινα, ότι οι ξένοι είναι γουρούνια, ότι είμαι αφελής που πιστεύω ότι αλλού είναι καλύτερα, ότι ποιος μου είπε εμένα, της πτωχής που δε βγήκα ποτέ από τη χώρα, ότι οι πορτοκαλιές αλλού βγάζουν καλύτερα πορτοκάλια. Επικαλούνται επιχειρήματα όπως ότι αν πέσεις ξερός στο δρόμο στη Γερμανία θα πεθάνεις σαν τον σκύλο. Ή ότι η καλημέρα του εισπράκτορα στο τρένο στην Αγγλία είναι προσποιητή, όχι από καρδιάς. Με οικτίρουν που δε γνωρίζω. Με προτρέπουν να αναγνωρίσω το δικό μου μερίδιο ευθύνης. Μου προτείνουν αυτογνωσία, ενδοσκόπηση.

Μου τη λένε που διαλέγω την εύκολη οδό. Που δεν κάθομαι εδώ να μάθω στον κάθε άξεστο γιατί δεν πρέπει να πετάει σκουπίδια στο δρόμο, να προσπερνάει από δεξιά στο φανάρι για να περάσει πρώτος, να παρκάρει ιππαστί στα πεζοδρόμια, να είναι ευγενικός όταν εξυπηρετεί έναν πελάτη. Που δεν υπομένω πια τον κάθε χυδαίο ημιαμόρφωτο που όταν δεν εύχεται καλό Παράδεισο, καταριέται με απειλητικά (και συνήθως ανορθόγραφα) κεφαλαία τους εκλιπόντες, περιφέροντας περήφανα την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού.  Οι μισοί από αυτούς (αισιόδοξη μαντεψιά) που με κατηγορούν, πάω στοίχημα πως υποπίπτουν σε τουλάχιστον ένα από τα παραπάνω “αδικήματα” ημερησίως. Αλλά δεν εγκαταλείπουν την πατρίδα, όχι. Γιατί πού αλλού θα τους ανεχτούν; Πού αλλού θα περάσουν ατιμώρητοι; Σε ποια άλλη κοινωνία θα μπορέσουν ανενόχλητοι να κάνουν ό,τι γουστάρουν, αγνοώντας παντελώς τα δικαιώματα των γειτόνων τους, των συμπολιτών τους; Σε ποιο ευνομούμενο κράτος θα εκβιάσουν τον μαγαζάτορα, λέγοντάς του ότι θα πάνε στον δίπλα καφενέ, επειδή δεν τους επιτρέπει να φουμάρουν; Το “ελαμωρέ” τους πού αλλού θα μπορούσε να σταθεί;

Δε γνωρίζουν τίποτα για μένα, αλλά με μεγάλη ευκολία φαντάζονται τα πάντα. Έχει πλάκα, όταν δεν είναι απελπιστικό. Όταν δεν αποδεικνύει, για διακοσιοστή φορά ότι δεν υπάρχει ελπίδα καμιά.

Για κάθε χαρτάκι που σκύβεις να μαζέψεις, όταν μια κυρία τζουσάτη βγαίνοντας από το Carpo στο Ψυχικό πετάει την απόδειξη που δεν χρειάζεται στο πεζοδρόμιο, εκατοντάδες άλλα χαρτάκια πετιούνται σε όλη την Ελλάδα. Για κάθε έναν που πείθεις να φορέσει το κράνος του κι ας κάνει ζέστη, εκατό άλλοι -μάγκες- το περνάνε στον αγκώνα τους τσαντάκι. Για κάθε στιγμή που γίνεσαι γραφική, εξηγώντας τα αυτονόητα, στο μετρό, στο σουπερμάρκετ, στο δρόμο, στο γραφείο,στην εφορία, στο όπου βρεθείς, υπάρχουν άπειρες στιγμές που δεν ελέγχεις. Ένα φτιάχνει, χίλια χαλάνε. Όμως θυμώνει ο άλλος, και με βρίζει, όχι που έφυγα, αλλά που θα έφευγα.

Αυτό το κείμενο το αφιερώνω, με ένα τσίμπημα ζήλειας, σε όλους όσοι έφυγαν. Τους εύχομαι να έχουν βρει, όχι τον παράδεισο, μιας και αυτός (by default καλός, λένε :-D) προσωπικά δεν με αφορά, αλλά ένα μέρος λιγότερο θυμωμένο, όπου ο σεβασμός στον πολίτη και συνάνθρωπο να μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος.

Posted in miscellaneous | 4 Comments

Θέμις, πού την πας τη ζυγαριά;


get_hair_done_judge_recess_1100135

Πρωί, στο αυτοκίνητο, στο δρόμο για να πάω τη γάτα των γονιών μου στον κτηνίατρο (η ιστορία της ζωής μου αυτή τη βδομάδα) ακούω στο ραδιόφωνο συζήτηση για τη δικαιοσύνη και πώς είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας κρατήσει στην επιφάνεια την ώρα που όλοι οι θεσμοί καταρρέουν, ή κάτι σε αυτή τη λογική εν πάση περιπτώσει. Σκέφτομαι την κυρία δικαστή που εκδίκασε μια δική μου υπόθεση στις αρχές Δεκεμβρίου και μέχρι σήμερα που μιλάμε, τέσσερις παρά κάτι μήνες αργότερα, δεν έχει δεήσει να εκδώσει την απόφαση.

Μεγάλη παρένθεση: η απόφαση έχει να κάνει με την πολυετή προσπάθειά μου να κλείσω οριστικά μια ΟΕ που κληρονόμησα, τα βιβλία της οποίας έκλεισαν το 2013, αλλά που λόγω της συμμετοχής της με ποσοστό πολύ μικρότερο του 1% σε ΕΠΕ που έχει βάλει λουκέτο, δεν μπορεί να κλείσει χωρίς την σύμφωνη απόφαση της ΕΠΕ που… κατάλαβες. Ως εκ τούτου και για να μην πληρώνω ασταμάτητα φόρους, πρόστιμα και άλλα, για μια εταιρία που δε λειτουργεί από το ’13 και δεν έχει έσοδα από το ’10, αλλά και για να μου επιστραφούν (χαχαχαααααα) αυτά που έχω τσάμπα πληρώσει τα τελευταία 4 χρόνια, κατέφυγα στη δικαιοσύνη. Μετρημένα κουκιά: η ΕΠΕ δεν υφίσταται (ιδού τα χαρτιά), γενική συνέλευση δεν υπάρχει να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει (πάρτε κι άλλα χαρτιά) αντικείμενο δεν έχουμε (δείτε τα βιβλία) 0,0κάτι % είναι το μερίδιό μας (να και το καταστατικό), να φύγουμε σας παρακαλώ (γιατί έχουμε και δουλειές).

Αυτό το απλό, που θα μπορούσε να αποφανθεί επιτόπου η δικαστής και να τελειώνουμε όλοι μια ώρα αρχύτερα, τέσσερις παρά κάτι μήνες μετά, είναι ακόμη σε εκκρεμότητα. Πάμε κι ερχόμαστε στον Πειραιά για να δούμε αν έχει εκδοθεί η απόφαση (όχι, δεν μπορούν να σε ειδοποιήσουν, πρέπει να συρθείς στον Πειραιά, πάλι καλά που δε δικάστηκε στην Αλεξανδρούπολη). Και να’σου και στιβάζονται οι φάκελοι, και πηγαινόρχονται και περιμένουν οι άνθρωποι, και ξοδεύονται αβέρτα οι ανθρωποώρες, ο μόνος κερδισμένος είναι ο καφετζής του δικαστικού μεγάρου. Ίσως και η φωτοτυπατζού.

Meanwhile, οι φόροι και τα έξοδα για ένα αδρανές νομικό πρόσωπο τρέχουν κανονικά. Και η εκπρόσωπος της Θέμιδος έχει πάρει τη ζυγαριά σπίτι και ζυγίζει τον κιμά για τα κεφτεδάκια κατά πώς φαίνεται. Θα μας λαδώσει και τη δικογραφία και δεν θα βγάλουμε άκρη ποτέ. #thisisgreece

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Ναι ρε φίλε, βλέπω Survivor.


tv

Αν νιώσετε πως σας “φωτογραφίζει” το παρακάτω κείμενο, έχετε σίγουρα τη μύγα. Πρόκειται απλά για μια, ας την πούμε κοινωνική, μελέτη που περιλαμβάνει τυχαίο δείγμα πληθυσμού και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα του περιγύρου σας είναι εντελώς συμπτωματική.

Οι  holier than thou φίλοι μου που αναρωτιούνται δημοσίως πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε Survivor, έχουν υποπέσει στο παρελθόν ή υποπίπτουν ακόμη, κόβω το κεφάλι μου, σε τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω τηλεοπτικά αμαρτήματα:

  1. Έχουν δει Αλ Τσαντήρι για να δούν “πόσο πιο χαμηλά θα πέσει” ο ακατονόμαστος.
  2. Έχουν χαζέψει τον Θέμο”γιατί είχε πλάκα”, ή και τον Περρή, με κάποια αντίστοιχη αιτιολογία (νιώθω ενστικτωδώς  πως Σεφερλή δεν έχουν δει, αλλά παίζει να κάνω και λάθος).
  3. Έχουν παρακολουθήσει τραγουδιστικές διαγωνιστικές εκπομπές, άλλη γιατί, ως πρώην Ρουβίτσα, τον Σάκη δεν τον χάνει με τίποτα, άλλος γιατί έτσι του άρεσε.
  4. Έχουν πεθάνει στο γέλιο βλέποντας τα προκριματικά του Ex Factor, απ’όπου παρελαύνουν διάφορα νούμερα, πολλά με πραγματικό πρόβλημα νοητικής στέρησης.
  5. Έχουν γελάσει βλέποντας Αννίτα Πάνια. Νε τι;
  6. Έχουν δει με τις ώρες τζούντο, ελληνορωμαϊκή πάλη, σκοποβολή και το άλλο το κουλό με τις σκούπες στον πάγο, χωρίς να έχουν ιδέα τι βλέπουν, επειδή η τηλεόραση είναι αναμμένη, λόγω Ολυμπιακών, ή επειδή, στην τελική, τους άρεσαν οι αθλητές ή οι αθλήτριες.
  7. Έχουν κολλήσει σε βαθμό “το γράφω σε βίντεο όταν βγαίνω”, με σήριαλ της Άννας Ανδριανού ή με τη Βέρα στο Δεξί.
  8. Όταν αρρωστήσουν και μείνουν σπίτι, βλέπουν πρωινάδικα, όπως και Τατιάνα, γιατί “πρέπει κανείς κάτι να σκαμπάζει από το τηλεοπτικό γίγνεσθαι”, για καθαρά ερευνητικούς πάντα λόγους.
  9. Έβλεπαν ανελλιπώς τη Νικολούλη “γιατί είναι cult”, αγωνιώντας για τους εξαφανισμένους ανά την επικράτεια.
  10. Βλέπουν τα πιο στραβοχυμένα, καραβλαχάκια Αμερικανάκια να συμμετέχουν σε εκκαθαρίσεις αποθηκών που πληρώνουν 100 δολλάρια, για να βρουν την κυλότα της πεθεράς της γιαγιάς της Kim Kardashian, που θα τους κάνει τελικά πλούσιους.
  11. Έχουν κάτσει κι έχουν δει την ίδια την Kim και το σόι της όλο, μαζί με τον κατακαημένο Bruce Jenner, στο δικό τους ριάλιτυ.

Και καλά έχουν κάνει. Μόνο, παιδιά, μη μας οικτίρετε που βλέπουμε Survivor. Μη μας κουνάτε το δάχτυλο που εκείνη την ώρα δεν προτιμάμε να διαβάσουμε Ντοστογιέφσκι ακούγοντας Scriabin. Που δεν μας κάνει κέφι να διαλογιστούμε, να γράψουμε λίγο ποίηση ή κανένα διήγημα, να αναλύσουμε (άλλο) την πολιτική κατάσταση ή να συζητήσουμε τα προβλήματα της χλωρίδας στον Αμαζόνιο. Γουστάρουμε να λιώσουμε στον καναπέ, βλέποντας ημίγυμνα κορμιά που αγωνίζονται για ένα παστέλι. Γουστάρουμε τον Σπαλιάρα με τον επίδεσμο στη γάμπα. Τον Κινέζο Σαλονικιό και  τον πρώην μισθοφόρο. Και τον Σάκη με την “αφετερία” του. Λογαριασμό δεν θα δώσουμε.

 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Η αλήθεια για το χολτεράκι.


IMG_0311

Δέκα χρόνια τώρα, κάθε δεύτερο έτος, η ίδια ιστορία: Δεν είναι τίποτα, θα βάλετε το χολτεράκι για 24 ώρες, θα κάνετε κανονικά όλες σας τις δραστηριότητες και αυτό θα καταγράφει την πιεσούλα σας (πάντα πιεσούλα πανάθεμά την), κάθε 15 λεπτάκια. Μακακιούλες.

“Αυτό” είναι το χόλτερ πίεσης, ένα πιεσόμετρο κανονικότατο, που το φοράς, ως συνήθως, περιβραχιόνιο, ενώ τα καλώδιά του καταλήγουν, περνώντας γύρω από το λαιμό σου, σε ένα μηχανάκι που κρέμεται σε μια ζώνη. Αν είχες περιέργεια πώς νιώθουν οι τηλεπερσόνες με τα μικρόφωνα-ψείρες, κάπως έτσι, μείον το εφιαλτικό περιβραχιόνιο, που κάθε τρεις και λίγο φουσκώνει, φουσκώνει, φουσκώνει, μέχρι που χάνεις τον έλεγχο του αριστερού σου χεριού. Οδηγείς, ας πούμε, και ξαφνικά το μπράτσο σου τεντώνει και κοκκαλώνει. Τρως, επί παραδείγματι,και την ώρα που πας να φέρεις τον λαχανοντολμά στο στόμα, τεντώνει-κοκκαλώνει ο αγκώνας. Μπλαβίζει το χέρι, που προτεταμένο πασχίζει να συγκρατήσει το πιρούνι, και ο ντολμάς μένει μετέωρος, με το αυγολέμονο να στάζει στο τραπεζομάντηλο.

Γιατί το πιεσόμετρο, όπως κάθε ενήλικας γνωρίζει, όταν σφίγγει δεν αστειεύεται. Σε φτάνει σε ένα όριο, κάπου μεταξύ πονάω και θα σκάσω, και τη στιγμή ακριβώς που είσαι έτοιμος να το τραβήξεις βίαια και να το βγάλεις, αρχίζει να ξεφουσκώνει ανακουφιστικά, σχεδόν ηδονικά. Κάπως έτσι, σκέφτομαι, μπορεί να είναι η αίσθηση της αυτο-ερωτικής ασφυξίας, όπου αντί για πιεσόμετρο στο μπράτσο, περνούν καλσόν στο λαιμό. Ακατανόητο.

Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ότι για την αριστερόχειρα υπερτασική “αυτό” που μετράει την πιεσούλα όλη μέρα είναι λίγο προβληματάκι. Το μπράτσο-κάγκελο θέλω να σου πω, δεν είναι και το πιο βολικό για να κάνεις “κανονικά όλες σου τις δραστηριότητες”. Να οδηγήσεις μηχανάκι αποκλείεται, να κάνεις γυμναστική άλλη από, ίσως, διάδρομο ούτε λόγος, να βγεις ραντεβού αδύνατον, να φας εκτός σπιτιού χλωμό, να κάνεις μπάνιο ούτε κουβέντα, να κοιμηθείς…το άλλο με τον Τοτό. Αν προσθέσεις στο μπράτσο-κάγκελο τον βόμβο που συνοδεύει κάθε φούσκωμα, αποκλείεις με τη μία και τα σινεμά- θέατρο-διάλεξη, γιατί κανείς δεν θέλει δίπλα του τον άνθρωπο-βομβητή. Η μόνη κανονική δραστηριότητα είναι το ζάπινγκ, κι αυτό με το δεξί.

Τέλος, μη ρυθμίσεις το ρολόι σου με βάση “αυτό”. Αρκεί να σου πω ότι το δικό του δεκαπεντάλεπτο είναι ένας σχετικός χρόνος που κυμαίνεται κάπου μεταξύ τριλέπτου (τρία απανωτά φουσκώματα, ναι, γιατί;) και πραγματικού τετάρτου.

Γιατί η ιατρική που έχει κάνει άλματα δεν έχει βρει καλύτερη λύση δεν ξέρω. Τι συμπέρασμα βγαίνει για την πίεσή σου όταν επί 24 ώρες τελείς υπό εκνευρισμό, επίσης δεν ξέρω. Αχρείαστο να είναι, αλλά αν σου χρειαστεί, μη μασήσεις. Ξέρε. Δεν θα κάνεις καμιά δραστηριότητά σου εντελώς κανονικά. Εγώ για να γράψω αυτό, έχω σταματήσει με το χέρι-κάγκελο τουλάχιστον έξι φορές (και δεν μου έχει πάρει μιάμισυ ώρα θέλω να σου πω). Αν υπάρχουν χειρότερα; Προφανώς. Γιατί γκρινιάζω; Δεν γκρινιάζω, ενημερώνω. Την υγειά μας να’χουμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Posted in χιούμορ, κοινωνία, miscellaneous | Tagged | Leave a comment

Στα όνειρα, του ύπνου και του ξύπνιου


sunday-1358907_1920

«Ήρθες στο όνειρό μου χθες. Διστακτικός, αγέλαστος, αλλά πολύ τρυφερός. Δεν έμεινες πολύ, κάτι σε φόβισε. Έβαλες τα γυαλιά σου, γυαλιά που δε φοράς, κι έφυγες λέγοντας “δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απλά δεν μπορώ”.  Άφησες ένα στενό, μονό, κρεβάτι ξέστρωτο, κι εμένα να προσπαθώ να κλείσω την πόρτα να μην το δει η μάνα μου.

Ξύπνησα, χαμογέλασα, αντιμέτωπη με τον καθρέφτη του μπάνιου– ρε δεν πας καλά! –  ενώ πάσχιζα με την οδοντόβουρτσα να διώξω τη γεύση απ’ το φιλί σου. Ενώ ήξερα πως, κατά βάθος, ήθελα να το κρατήσω όλη μέρα το φιλί, στο στόμα μου. Το φανταστικό, το ψεύτικο, το αδύνατο, που με κάνει να πετάω. Να ξανάρθεις.».

Όταν ξύπνησα, ήθελα να το συνεχίσω το όνειρο. Γράφοντας αυτό το σημείωμα κι αφήνοντάς το σφηνωμένο, ας πούμε στον υαλοκαθαριστήρα σου. Ανώνυμα. Να δω, θα μάντευες  ποτέ τον συγγραφέα του;

Πλάκα έχουν τα όνειρα. Πότε είναι εντελώς αλλόκοτα, έως και σουρεαλιστικά, και πότε τόσο αληθοφανή, που η μετάβαση από τον ύπνο στο ξύπνιο δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Το πιο ζωντανό όνειρο ξεγλιστράει από το μυαλό σου,  την ώρα ακριβώς που ανοίγεις τα μάτια σου και πας να το περιγράψεις: μέχρι να πεις «ήμουν λέει…» το όνειρο έχει διαλυθεί, εξανεμιστεί, το απόλυτο κενό. Υπάρχουν άλλα,  που εντυπώνονται στη μνήμη σου σαν αληθινά περιστατικά, και τα θυμάσαι χρόνια μετά, πλάνο προς πλάνο. Και μερικά γλυκά, σαν το χθεσινό, που θες να κλείσεις τα μάτια σου και να τα συνεχίσεις·  να δεις άλλο ένα επεισόδιο ρε παιδί μου, όπως θα έβλεπες μονοκοπανιά μια ολόκληρη σεζόν House of Cards.

Η ερώτηση παραμένει. Γιατί βλέπουμε αυτά που βλέπουμε; Είναι άραγε μοναδικά τα όνειρά μας, ή τα βλέπουν κι άλλοι, σε κάποιο άλλο κρεβάτι, κάπου αλλού στον κόσμο;  Εμείς σε ποιανού άσχετου το όνειρο μπορεί να σκάσουμε μύτη; Τι μπορεί να κάνουμε ερήμην μας μια νύχτα, που δεν θα το μάθουμε ποτέ;

Βλέπω πολλά όνειρα, και ζωηρά. Μιλάω καμιά φορά, λένε, στον ύπνο μου. Μικρή έκοβα βόλτες φλυαρώντας. Κάποια όνειρα επαναλαμβάνονται και φαίνεται περίεργο, ακόμη και στον ύπνο σου, να βρίσκεσαι ξανά στο ίδιο άγνωστο σπίτι.  Ονειρεύομαι στα ελληνικά και στα αγγλικά, όπως ζω. Μια περίοδο έβλεπα συχνά τον ίδιο εφιάλτη: Έρχονταν να με πάρουν κάποιοι δυσάρεστοι τύποι. Τι τους είχα φταίξει και ποιοι ήταν δεν έμαθα ποτέ, γιατί στο κρίσιμο σημείο που άνοιγαν την μπαλκονόπορτα, πεταγόμουν κάθιδρη, με 200 σφυγμούς το λεπτό, πολλές φορές και όρθια.

Άλλες νύχτες πάλι, περπατάω αμέριμνη,  μέχρι  που αντιλαμβάνομαι πως δεν βρίσκομαι σε δρόμο αλλά καταμεσής ενός διαδρόμου προσγείωσης-απογείωσης.  Ενώ τρέχω να ριχτώ σε κάτι θάμνους,  ένα τεράστιο τζετ απογειώνεται σύριζα στο κεφάλι μου. Δεν με απασχολεί ο παραλίγο αποκεφαλισμός, αλλά που δεν είμαι μέσα στο αεροπλάνο. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Προχθές είδα αυτόν που ήρθε, με φίλησε χωρίς κουβέντα κι έφυγε, φορώντας γυαλιά που δε φοράει στην πραγματική ζωή. Και τη μάνα μου, που ουδέποτε ανακατεύτηκε στα προσωπικά μου, να δυσανασχετεί που ήταν εκεί. Ψάξε βρες.

Προβολή του θέλω μας, υπαγόρευση του υποσυνείδητου, αναπαραγωγή του ξύπνιου μας, διέξοδος των φόβων μας, ανάμνηση μιας προηγούμενης ή μιας παράλληλης ζωής, ή απλά ανεξήγητο, ό,τι κι αν είναι, αυτό είναι το όνειρο.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Φεύγω, δεν φεύγω, εσένα τι σε νοιάζει;


leaving

 

Μια μέρα του Απριλίου του 2011 στο γραφείο, πολύ γρήγορα, γιατί έπρεπε να φύγω για μια συνάντηση, έγραψα εδώ αυτό που αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή. Είπα ότι, ναι, θα έφευγα από την Ελλάδα για τους χι, ψι, καθαρά υποκειμενικούς λόγους. Κότσαρα κι ένα τραγούδι της Άλκηστης στο τέλος και μια φωτογραφία της φθινοπωρινής θέας από ένα αγαπημένο μπαλκόνι της Μυτιλήνης, πάτησα post, και αναχώρησα για το ραντεβού. Θυμάμαι πως λίγο αργότερα με πήρε στο κινητό μια συνάδελφος και μου είπε “μπες να δεις, γίνεται χαμός”. Το κείμενο έγινε viral, μοιράστηκε, σχολιάστηκε, άκουσα επαίνους, μέτρησα πάμπολλους που συμφωνούσαν μαζί μου, άκουσα τα σχολιανά μου από διαφωνούντες, με έβρισαν, με είπαν ανθελληνίδα, με ενημέρωσαν για το πόσο χάλια είναι να ζεις στο εξωτερικό, μου’παν να πάω στον αγύριστο, μια κυρία αντέγραψε το κείμενό μου και το υπέγραψε κανονικά με το δικό της όνομα, κάποιος κατηγόρησε την Άλκηστη πως έγραψε εκείνη το κείμενο, ό,τι να’ναι…

Πέντε χρόνια μετά, το κείμενο με κυνηγάει ακόμη. Μια φορά το χρόνο, κάποιος το ανακαλύπτει με μαγικό τρόπο που ποτέ δεν θα καταλάβω, το ανεβάζει και να τα πάλι τα σχόλια που πλημμυρίζουν το inbox μου. Να φύγεις, να κάτσεις, έφυγες, δεν έφυγες, κι αν έφυγες μήπως γύρισες…

Εντωμεταξύ εγώ είμαι προφανώς εδώ. Η υποθετική πρόταση του τίτλου ήταν ακριβώς αυτό. Υπόθεση, όχι απειλή, ούτε υπόσχεση. Είμαι εδώ και κάνω το καλύτερο που μπορώ. Κάποιοι από τους σχολιάσαντες μου εξήγησαν ευγενικά -και άλλοι όχι τόσο- ότι μόνο μένοντας κι επιμένοντας, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες και ομοσυμπεριφερόμενους, θα καταφέρουμε να αλλάξουμε αυτά που μάς ενοχλούν. Αγαπητοί, επιμένω και θα επιμένω, αλλά φοβάμαι πως πλανάσθε και πλανόμεθα πλάνην οικτράν. Όσο κι αν προσπαθούμε, τα μουλάρια (μεταφορικά πάντα) παραμένουν αμετακίνητα, το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε, με δυσκολία, είναι να τα παρακάμπτουμε καθημερινά, σε ένα ατελείωτο ζιγκ-ζαγκ, στο δρόμο για την ευγένεια, τον σεβασμό, την αξιοκρατία, την ευνομία και άλλα τέτοια υψηλά ιδανικά. Κι επειδή η τεθλασμένη είναι μακράν μακρύτερη της ευθείας, θα’ναι μακρύς ο δρόμος. Θα έχει Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και θυμωμένους πολλούς.Κυρίως θυμωμένους, πολύ θυμωμένους. Κι η σκέψη μου δεν είναι αρκετά υψηλή για να τους αποφύγει.

Στο μεταξύ, ανάθεμα κι αν κατάλαβα πώς γίνεται ένα κείμενο viral, πράγμα που πολύ θα ήθελα να καταλάβω, μιας και κάθε τρεις και λίγο κάποιος έρχεται στο γραφείο και μάς ζητάει ένα βαϊραλάκι… Θα είχε βγει και κάτι χρήσιμο από όλη αυτή την ιστορία. Άσχετο, αλλά με ένα περίεργο τρόπο, πάρα πολύ σχετικό 🙂

 

 

 

 

 

 

 

 

Posted in miscellaneous | 1 Comment

Κακώς κείμενα


writers

Αν αναρωτιέστε γιατί είναι τόσο κακής ποιότητας τα κείμενα σε πολλές ιστοσελίδες, τα άρθρα σε τόσα online μέσα, οι διάλογοι στα ελληνικά σήριαλ, οι υπότιτλοι στις ταινίες που βλέπουμε και, ναι, αρκετά διαφημιστικά κείμενα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ξέρω να σας πω γιατί.

Γιατί ο ίδιος άνθρωπος που θεωρεί λογικό και δίκαιο να πληρώσει διακόσια, τριακόσια, ακόμη και χίλια ευρώ για μια μακέτα, που επενδύει αρκετές χιλιάδες ευρώ στον σχεδιασμό ενός website, που ξοδεύει ένα πεντακοσάρικο για ένα application στο Facebook, που έχει δώσει δεκάδες χιλιάδες για την παραγωγή μιας ταινίας κι εκατοντάδες για να προβληθεί αυτή, εκτιμά πως ένα άρθρο ή κείμενο των 400-600 λέξεων πρέπει να κοστίζει πενήντα, βία εκατό, ευρώ. Θεωρεί πως το αγγλικό κείμενο της ιστοσελίδας, ή του ηλεκτρονικού του καταστήματος μπορεί να το γράψει όποιος έχει στο συρτάρι του ένα Lower  και πως, διάολε, γι’αυτό υπάρχει το Google Translate.

Ας υποθέσουμε πως για να παραδώσεις ένα άρθρο περίπου 600 λέξεων που θα δημοσιευθεί σε ένα online μέσο  -για να αναζητήσεις τις πληροφορίες, να τις διασταυρώσεις, να το γράψεις, να κάνεις την τελική διόρθωση- χρειάζεσαι κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες. Γνωρίζουμε ότι γι’αυτό το κείμενο η “αγορά” πληρώνει 50 ευρώ. Η ώρα σου εκτιμάται ένα τσικ παραπάνω από αυτήν της γυναίκας που βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, και αρκετά τσικ παρακάτω από οποιονδήποτε άλλον ελεύθερο επαγγελματία, είτε αυτός είναι υδραυλικός, είτε λογιστής ή δικηγόρος. Γιατί εξ άλλου να εκτιμηθεί διαφορετικά; Στο κάτω-κάτω της γραφής ένα σχολείο όλοι το βγάλαμε, σιγά μη δεν μπορούμε να γράψουμε ένα κείμενο. Πέντε εγγλέζικα τα κουτσομάθαμε, σιγά που θα μάς μεταφράσει άλλος το μενού, το έντυπο, την ιστοσελίδα. Δεν πρέπει κάποτε να αποσβέσουμε κι αυτό το φροντιστήριο;

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω, ταλαντούχοι, που παράγουν καθημερινά πολλές χιλιάδες λέξεις που εμπνέουν, συγκινούν, πωλούν, ενημερώνουν, θυμώνουν, διασκεδάζουν, προωθούν, ενθουσιάζουν, δελεάζουν. Υπάρχουν πολλοί περισσότεροι που είναι αγράμματοι και ανέμπνευστοι. Το πρόβλημα, ατυχώς,  έγκειται στο ότι λίγοι μπορούν να διακρίνουν και να εκτιμήσουν τη διαφορά, ενώ οι περισσότεροι πιστεύουν πως μέσα τους κρύβουν τον Λέοντα Τολστόι. Και πως μιλούν φαρσί τα αγγλικά, ωσάν υπήκοοι της Βασιλίσσης.

Αφιερώνω αυτό το κείμενο σε όλους μου τους φίλους και τις φίλες και σε τόσους αγνώστους κι άγνωστες, που λιώνουν κάθε μέρα πληκτρολόγια. Είθε να δικαιωθείτε μια μέρα. Αν κι έτσι που εξελίσσεται η παιδεία, η αγορά κι ο κράτος ολάκερος, το βλέπω πολύ χλωμό. 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Η νόσος του Ελαμωρέ


medical-researchΗ επένδυση  στην έρευνα για την εξεύρεση θεραπειών των ασθενειών που μαστίζουν την ανθρωπότητα μπορεί και να αποδίδει – ακούμε συχνά-πυκνά ειδήσεις για την απόδειξη νέων θεωριών, τη μελέτη νέων δεδομένων, την ανάπτυξη νέων φαρμάκων, για πρόοδο της επιστήμης, για επιτυχίες ερευνητών. Κανείς όμως επιστήμων δεν έχει δείξει ενδιαφέρον για την καταστροφική νόσο του Ελαμωρέ, παρά τα αμέτρητα κρούσματα που εκδηλώνονται καθημερινά, αποδεκατίζοντας δεκαετίες τώρα την Ελλάδα.

Η Ελαμωρέ ευθύνεται για εκατοντάδες θανάτους στην άσφαλτο – έλα μωρέ που θα βάλω ζώνη για να πάω μέχρι τη γωνία, έλα μωρέ που θα βάλω το παιδί στο πίσω κάθισμα, έλα μωρέ που θα περάσω τεχνικό έλεγχο, έλα μωρέ που θα σταματήσω στο κόκκινο.

Η Ελαμωρέ έχει ρίξει εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στα ηρεμιστικά – έλα μωρέ που ενοχλώ, θα παρκάρω όπου γουστάρω, έλα μωρέ που απαγορεύεται, θα το ανάψω το ρημάδι, έλα μωρέ που θα πληρώσω, αφού όλοι χρωστάνε, έλα μωρέ που θα μας πετάξουν έξω από την Ευρώπη, αφού μας χρειάζονται.

Εξαιτίας της Ελαμωρέ λουζόμαστε το τρίτο -και φαρμακερό- μνημόνιο – έλα μωρέ που θα κόψω απόδειξη, μια βρύση έφτιαξα, έλα μωρέ που θα ζητήσω απόδειξη, αφού μου κάνει έκπτωση, έλα μωρέ που θα δηλώσω όσα βγάζω, ας βρουν αλλού μαλάκες, έλα μωρέ που θα ασφαλίσω τον υπάλληλο, δουλειά ήθελε δουλειά του έδωσα, έλα μωρέ που θα φάω πρόστιμο, αφού υπάρχει το φακελάκι, έλα μωρέ πόσο χειρότερα να γίνουν τα πράγματα, αφού έχουμε πιάσει πάτο, έλα μωρέ νέος είναι, θα μάθει.

Η Ελαμωρέ μάς έχει καταδικάσει στην αποδοχή της μετριότητας – έλα μωρέ που θα διαβάσω, αφού θα με περάσει, έλα μωρέ που θα δουλέψω, αφού δεν μπορούν να με απολύσουν, έλα μωρέ που πρέπει να πληρούμε τις προδιαγραφές, αφού έχουμε μέσον, έλα μωρέ που θα πληρώσω μεταφραστή για το σάιτ, αφού ξέρω εγγλέζικα, έλα μωρέ που θα εκπαιδεύσω τα γκαρσόνια, αφού έρχονται γιατί είναι τρέντι , έλα μωρέ που θα φτιάξω καλό καφέ, αφού πίνουν ό,τι να’ναι, έλα μωρέ που θα το πάρουν χαμπάρι, σάμπως ξέρουν; 

Επειγόντως, άμεσα, τώρα, χθες, πρέπει να βρεθεί το αντίδοτο. Δε σηκώνει έλα μωρέ. Κι ας κυλάει στις φλέβες μας, κι ας μας έχει μολύνει όλους, δεν μπορεί να μην υπάρχει γιατρειά, δεν το χωράει ο νους μου πως είναι ανίατη η ασθένειά μας.

Posted in miscellaneous | 1 Comment

Το καλοκαίρι που έσπασε το καλούπι


milos -marina PS

Πολλώνια, Μήλος, Ιούνιος 2014

Το καλοκαίρι, τι κι αν δεν είναι η αγαπημένη μου εποχή, είναι κατά κανόνα ανέφελο κι ανέμελο. Σαν από τη φύση του. Θαρρείς πως το κύμα ξεπλένει το άγχος, το αλάτι στεγνώνει τη λύπη, το μελτέμι διώχνει το φόβο. Μετράω στα δάχτυλα τα καλοκαίρια που ήταν διαφορετικά, που στιγματίστηκαν από συγκυρίες που τα έκαναν να ξεφύγουν από τον κανόνα.

Το καλοκαίρι του ’80 είχα μια σχετική αγωνία για το κατά πόσο οι βαθμοί μου θα μου επέτρεπαν να μπω στο πανεπιστήμιο. Σχετική γιατί κατά βάθος ήξερα πως τα είχα κουτσοκαταφέρει, και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήξερα πως είχα όλη τη ζωή μπροστά μου.

Το καλοκαίρι του ’85 είχα περισσότερη αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα των πτυχιακών εξετάσεων, γιατί είχα περάσει ζάχαρη τέσσερα χρόνια, γνωρίζοντας τη ζωή αλλά όχι εμβαθύνοντας στον Chomsky ούτε στον Proust, και η ύλη τεσσάρων ετών είχε στριμωχτεί χοντρά στον ένα μήνα των επαναλήψεων. Φύσει αισιόδοξη, αλλά και φιλότιμη με χρονοκαθυστέρηση, είχα άγχος, όχι για το αν θα έπαιρνα πτυχίο και με τι βαθμό, αλλά για το πώς θα ανακοίνωνα την πιθανή αποτυχία στους γονείς, που είχαν χρηματοδοτήσει την τετραετία αυτή. Η αγωνία μου ήταν και πάλι σχετική γιατί είχα καταστρώσει ένα τέλειο σχέδιο αποπληρωμής του “δανείου” και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήμουν μόνο 22 και είχα όλη τη ζωή μπροστά μου. Τέλος καλό -καλύτερο απ’όσο μου άξιζε- και το καλοκαίρι ξαναμπήκε στην ανέφελη ρότα του, κάπου μεταξύ Κυκλάδων και Μυτιλήνης.

Το καλοκαίρι του ’89 είχα στεναχώρια γιατί χώρισα και χάλασαν τα μεγαλόπνοα σχέδια των διακοπών. Έκανα άλλα σχέδια, είχα αγωνία για το αν αυτός περνάει καλύτερα από μένα, δεν υπήρχαν και κινητά οπότε τα νέα αργούσαν να φτάσουν στα νησιά… Σημαδεύτηκε το καλοκαίρι από σούρτα-φέρτα, μούπες-σούπες, ξενύχτια, σφηνάκια και Λε Πα στη διαπασών. Ήμουν όμως 26 και σιγά τα ωά.

Το καλοκαίρι του ’91 ήταν ένα επίσης, ας πούμε, μαύρο καλοκαίρι γιατί ο επόμενος ήταν παντρεμένος και περάσαμε χωριστά τις διακοπές, που δεν πείραζε από μόνο του, αλλά πείραζε που αυτός ήταν με την άλλη κι εγώ μόνη. Σιγή ασυρμάτου – ακόμη να εμφανιστούν τα κινητά- κόμπος στο στομάχι. Εγώ 28 και μόνη, αλλά με μια μεταγραφάρα στο τσεπάκι και δυο μήνες διακοπές πριν παρουσιαστώ στο νέο πόστο. Λέρος, Μήλος, Μυτιλήνη, Πάτμος, Μύκονος, ορκίστηκα πως δεν θα ξαναμπώ σε πλοίο.

Τα επόμενα καλοκαίρια πέρασαν χωρίς ιδιαίτερο φόβο, αγωνία, άγχος ή στεναχώρια. Κάτι υπαρξιακά – “οι φίλοι μου όλοι εδώ και χρόνια, ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια, μονάχα εμένα χάσκει ακόμη χωρίς μια στέγη ετούτη η αλήθεια”, κάτι χαζά -ο πελάτης, το project, τα ακυρωμένα εισιτήρια, η πρόωρη επιστροφή στην πόλη- κάτι λιγότερο χαζά -η επιταγή που κινδύνεψε να μείνει ακάλυπτη (την εποχή που αυτό ήταν λόγος αγωνίας). Ήμουν 30, 35, 40, 45 κι αν δεν ήταν όλη η ζωή μπροστά μου, ήταν τουλάχιστον η μισή.

Το καλοκαίρι του ’15 είναι πρωτόγνωρο. Ο κόμπος δε λύνεται με το μελτέμι. Ο φόβος δεν ξεπλένεται με το κύμα. Το αλάτι απλά τσούζει στην πληγή. Ο κόμπος, ο φόβος, η πληγή είναι αυτή τη φορά συλλογικά. Τα μοιραζόμαστε κι αυτό τα κάνει πιο υποφερτά, αλλά εξ ίσου υπαρκτά. Νιώθουμε αδύναμοι, έρμαια των καταστάσεων, θύματα των παλαιότερων επιλογών μας, δέσμιοι των τωρινών υποχρεώσεων, εγκλωβισμένοι σε έναν παραλογισμό, σε μια αμφιβολία, σε μια ανασφάλεια χωρίς ορατό τέλος. Φεύγουμε, δεν φεύγουμε, το μυαλό μένει πίσω. Ξεκουράζονται μόνο τα μάτια, που έχουν γίνει τετράγωνα από τις οθόνες.

Τον μαύρο Ιούλιο διαδέχεται οσονούπω ένας γκρίζος Αύγουστος. Είμαι 50 και κάτι ψιλά. Και δεν γελιέμαι. Όση ζωή έχω ή δεν έχω μπροστά μου, είμαι αποφασισμένη να την κάνω κάτι. 

Posted in miscellaneous | Tagged , , | 2 Comments