Τρίτη ηλικία: ζητούνται κοινωνικά υπεύθυνες εταιρείες


Γερνάμε ως έθνος. Μάς το λένε οι στατιστικές, μάς βαράνε καμπανάκια, γεννήστε γιατί χανόμαστε. Ιατρική και λοιπές επιστήμες κάνουν το θαύμα τους, ο μέσος όρος ηλικίας ανεβαίνει κι ας τρώμε σκατά σε σχέση με τους προηγούμενους, κι ας αναπνέουμε κάθε μέρα δηλητήρια. Ο οδγοντάρης -τυχερός, άτυχος, που έφτασε ως εκεί, θέμα άλλης συζήτησης- είναι ο νέος εβδομηντάρης. Και, τελικά, δεν χρειάζεται οικιακή βοηθό για να τα βγάλει πέρα (που σκοτωνόμαστε όλοι να βρούμε τη σωστή γυναίκα για τους γονείς μας), χρειάζεται έναν technology-savvy, λιγότερο γραμματέα, περισσότερο concierge, κατά προτίμηση νέο, βοηθό. Ή έναν πιο κοινωνικά ευαίσθητο πάροχο υπηρεσιών.

Κυρίες, κύριοι, της τραπεζικής, της τηλεφωνίας και των λοιπών υπηρεσιών,  ένα μεγάλο μέρος του πελατολογίου σας έχει περάσει για τα καλά στην τρίτη ηλικία και, αντίθετα από τις έρευνες αγοράς, σύμφωνα με τις οποίες μετά τα εξήντα παροπλίζεσαι και πεθαίνεις (κι αν δεν πεθάνεις πάντως σίγουρα δεν καταναλώνεις τίποτα εκτός από πάνες, τις οποίες δεν ψωνίζεις καν εσύ), οι άνω των 80 πελάτες σας είναι πολλοί και κοτσονάτοι. Υγιείς, κινητικοί και διαυγείς, χρειάζονται ωστόσο περισσότερο χρόνο για να επεξεργαστούν νέα πληροφορία, έχουν μάθει να κάνουν κάποια πράγματα με έναν Α τρόπο και δεν είναι εξοικειωμένοι, στην πλειοψηφία τους, με τις νέες τεχνολογίες, στον βαθμό που είμαστε (;) οι νεότεροι και είναι σίγουρα οι νέοι.

Η φωνητική πύλη τους σκιάζει. Η άρθρωσή τους δεν είναι πια τόσο καθαρή και το σύστημα δεν καταλαβαίνει τις εντολές τους, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει διαρκώς το ίδιο ζητούμενο και στο τέλος να τους κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα. Όταν τους ζητάτε να πληκτρολογήσουν ή να χρησιμοποιήσουν touch screen, δεν έχουν τον απαιτούμενο χρόνο, ούτε την απαιτούμενη σιγουριά, να επεξεργαστούν την κίνηση, να θυμηθούν τα στοιχεία, να πατήσουν τα κουμπιά, με αποτέλεσμα συχνά να μην ολοκληρώνουν μια συναλλαγή μέσα στο όριο του χρόνου. Όταν για να ενεργοποιήσουν ένα νέο PIN στέλνετε sms με σύνθετες οδηγίες, σ’αυτούς που το κινητό τούς πείσαμε με τα χίλια ζόρια να το κρατάνε, ίσα-ίσα για να μπορούμε εμείς, τα παιδιά τους, να τους βρίσκουμε όταν θέλουμε (και κάθε φορά που χαλάει μια συσκευή τρέμουμε μήπως δεν βρούμε μια απλή, σαν την παλιά, που να μην είναι smart, να είναι θεόχαζη με μεγάλα πλήκτρα), σκεφτείτε πως ίσως δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν τα sms, γιατί “τηλέφωνο είναι, δεν είναι κομπιούτερ”. Όταν μετατρέπετε τις τηλεφωνικές γραμμές σε ευρυζωνικές εν μία νυκτί και ζητάτε, αφού παραλάβουν αυτοπροσώπως το ρούτερ από το κατάστημα (κάτι που δεν έχουν ιδέα τι είναι, τι κάνει και γιατί θα το παραλάβουν), να πάρουν οδηγίες τηλεφωνικά για να το εγκαταστήσουν οι ίδιοι, σκεφτείτε πως κάποιος άλλος θα πρέπει ν’αφήσει ό,τι κάνει και να τρέξει να το εγκαταστήσει, γιατί δεν μπορούν να μείνουν χωρίς τηλέφωνο ούτε μια μέρα. Σκεφτείτε ότι αν ποτέ κοπεί το ρεύμα, δεν μπορούν να μείνουν χωρίς τηλέφωνο (ευρυζωνικό πρόβλημα), γιατί το πρώτο που θα θελήσουν να κάνουν είναι να πάρουν κάποιον να πουν πως κόπηκε το ρεύμα…

Γενικά, σκεφτείτε. Αν θέλετε τους πελάτες αυτούς -που τους θέλετε υποθέτουμε, μιας και πληρώνουν όπως όλοι οι άλλοι- βρείτε έναν τρόπο να αναπτύξετε (ή να διατηρήσετε) εναλλακτικές λύσεις για την εξυπηρέτησή τους. Το “θα το κάνει κάποιος άλλος για λογαριασμό τους” δεν είναι λύση και δεν είναι, σχεδόν ποτέ, εφικτό, αν δεν έχει προβλεφθεί πληρεξούσιος, που, και πάλι, δεν είναι λύση, γιατί τους κάνει να νιώθουν παντελώς άχρηστοι. Εκτός του ότι είναι σχεδόν full time job και δεν μπορούμε ν’αφήσουμε τις κανονικές δουλειές μας για να το αναλάβουμε.

Ο τρόπος που σαρωτικά εφαρμόζετε νέες τεχνολογίες χωρίς δεύτερη σκέψη μπορεί να θεωρηθεί αφ’ενός απαξίωση -γιατί δηλαδή ένας ενεργός άνθρωπος ενενήντα ετών να μην μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί σε απλά, καθημερινά πράγματα όπως η τραπεζική του σχέση; – και αφ’ετέρου υπεραπλούστευση της πραγματικότητας, αν πιστεύετε πως κάποιος άλλος θα βρίσκεται, κάθε φορά, να τους βοηθήσει. Οι οικιακές βοηθοί δεν έχουν, ας συμφωνήσουμε, τα προσόντα που απαιτούνται, μιας και καλά-καλά δεν μιλούν ελληνικά, είναι συνήθως μεσόκοπες γυναίκες που κι αυτές, κουτσά-στραβά χρησιμοποιούν την τεχνολογία, τόσο ώστε να μπορούν να επικοινωνούν με τις οικογένειές τους. Εξ άλλου προσλαμβάνονται με γνώμονα την τιμιότητα, την καλοσύνη και μια υποτιθέμενη νοικοκυροσύνη, όχι επειδή αρίστευσαν στην Ηλεκτρονική. Αυτό που θα χρειάζονταν πραγματικά οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας είναι ο σπάνιος επαγγελματίας concierge ξενοδοχείου, αυτός ο άνθρωπος-πολυεργαλείο που βρίσκει λύση σε όλα. Εναλλακτικά, και μάλλον απλούστερα, χρειάζονται εταιρείες παροχής υπηρεσιών -τραπεζικών, τηλεφωνίας και άλλων- που αντιλαμβάνονται πως ένα ποσοστό της πελατείας τους θα είναι πάντα μεγαλύτεροι άνθρωποι, μη εξοικειωμένοι με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, και προβλέπουν λύσεις και για αυτούς.  Αυτό, στην τελική, θα ήταν μια επιχείρηση με ουσιαστική εξυπηρέτηση πελατών, με ανθρώπινο πρόσωπο, με κοινωνική συνείδηση.

Posted in κοινωνία, miscellaneous, thoughts, venting | Tagged | Leave a comment

Σύντροφο με το ζόρι ή πιο καλή η μοναξιά;


trampo

Photo credit: Alex Emanuel Koch – hiveminer.com

Ακούω φίλες που πάνε σε ραντεβού απανωτά με τον ίδιο τύπο, που εξαρχής δεν τους έκανε καθόλου, μα καθόλου, κούκου (η χημεία είναι πολύ ειλικρινής επιστήμη κορίτσια, μην την υποτιμάτε), γιατί, λέει, άμα τον γνωρίσουν καλύτερα μπορεί να τον συμπαθήσουν. Τι λέτε ρε, έχετε τρελαθεί εντελώς;  Τι θα πει μα δεν μπορώ άλλο μόνη, πρέπει να βρω έναν σύντροφο; Γουρούνι στο σακί, φτάνει να πηγαίνετε αγκαζέ από δω κι από κει; Έχω ανάγκη μια παρέα, ακούω. Καταλαβαίνω, been there, done that, την εποχή που εσείς παντρευόσασταν, μικρές, μεγαλύτερες, μικρομεσαίες, τεκνοποιούσατε, άπαξ, δις, τρις, βιώνατε τον έγγαμο βίο, ανθόσπαρτο, σκατόσπαρτο, όπως σας ήρθε της καθεμιάς και, by the way, εμάς τις ανύπαντρες τότε, τις single, δεν μας πολυπαίζατε στα σπίτια σας, γιατί, λέει, θα σας τρώγαμε τους συζύγους. Χωρίσατε. Σας χώρισαν, τους χωρίσατε, κοινή συναινέσει, κοινή ανακουφίσει (ω! δοτικές των μαθητικών μου χρόνων!), δεν έχει σημασία. Ματώσατε, μαλώσατε, πανηγυρίσατε, τα βρήκατε, δεν τα βρήκατε, ένας κύκλος έκλεισε. Κλάψατε, δυσκολευτήκατε: πώς είναι η ζωή στον ενικό, δύσκολο άμα ζεις στο πρώτο πληθυντικό πολλά χρόνια. Bρήκατε τα πατήματά σας, βγήκατε.

Και βρέθηκες, φιλενάδα, στα σαράντα, σαρανταπέντε, πενήντα, πενηνταπέντε, ελεύθερη και ωραία. Ωραία ως ώριμη, έμπειρη, κατασταλαγμένη γυναίκα, με μεγάλα παιδιά, με παιδιά-φοιτητές πια. Χωρίς το άγχος της αποκατάστασης. Μπα. Μπα όμως. Αυτό το ακατανόητο μπα. Το άγχος της αποκατάστασης ίδιο με πριν, μη σου πω χειρότερο.

Να βρεις σύντροφο. Κατανοητό. Να βρεις κάποιον που τον γουστάρεις, να σε κάνει να γελάς, να σας αρέσουν τα ίδια πράγματα – μια καλή παρέα, να πηγαίνετε εκδρομές, ταξίδια, σινεμά, θέατρο, για φαγητό, σε συναυλίες, vernissages και defilés, μαθήματα μαγειρικής και κηπουρικής, να σαπίζετε στον καναπέ βλέποντας back-to-back σειρές, όπως τη βρίσκει ο καθείς. Να τον συμπαθούν οι φίλοι σου, ωραία. Να τον συμπαθούν και τα παιδιά σου, ακόμη καλύτερα.

Να βρεις κάποιον, coûte que coûte (κουτκακούτ το νομίζα εγώ αυτό, όταν το άκουγα από τη γιαγιά πριν μυηθώ στη γλώσσα της διπλωματίας), σου κάνει δε σου κάνει κούκου, για να πηγαίνεις αγκαζέ στα καλέσματα, για να μην είσαι μόνη; Πόσο μεγάλη έκπτωση! Πόσο μεγάλη μοναξιά το μαζί να είναι ένα αλά μπρατσέτα στο δρόμο, ένα αυτοκίνητο που έρχεται να σε πάρει αντί να οδηγείς μόνη, ένα ρεβεγιόν κι ένα σεξ για το καλό του χρόνου (γιατί κάποτε, κοπελλιά, θα πρέπει και να του κάτσεις), μια πρόσκληση για δυο, κάποιος που φωνάζει τον υδραυλικό/ηλεκτρολόγο/τζακά/ΚΤΕατζή γιατί αυτές είναι ανδρικές δουλειές… Πιο καλή η μοναξιά, που λέει κι ο μέγας γνώστης Πάριος.

Κι εσύ περίγυρε -φίλες, αδελφές, ξαδέλφες, μάνες, θείες, συναδέλφισσες- εσύ τρανέ προξενητή, που τις τραβολογάς τις έρμες από blind date σε blind date, με τον χήρο τον συνάδελφο που τώρα συνήλθε κι είναι καλό παιδί (του αρέσει και το σκι), με τον συμμαθητή της κολλητής που χώρισε την κατσίκα που’χε για γυναίκα κι είναι αψηλό παλληκάρι, με κοιλιακούς, αλλά μυαλό φυστίκι, με τον ξάδελφο που είναι λεφτάς και λαρζ, αλλά με ροπή στις ξανθές τριαντάρες, με τον φίλο τον παιδικό που ποτέ δεν παντρεύτηκε αλλά, να, τώρα πέθανε η μάνα του κι έχει αρχίσει να το σκέφτεται, με την απειλή του “καλά, θα μείνεις μόνη σου!” και τις συμβουλές του τύπου “μα είναι καλό παιδί, βγες άλλη μια φορά, δώστου άλλη μια ευκαιρία”, εσύ περίγυρε καλοθελητή μαζέψου! Δεν πορεύονται όλοι αναγκαστικά σετ, φούστα-μπλούζα, στη ζωή.

Αν θέλετε η φίλη σας να έχει παρέα, η λύση δεν είναι να της βρείτε γκόμενο. Είναι να την συμπεριλάβετε στην κοινωνική σας ζωή. Για να την καλέσετε σπίτι σας, δεν είναι απαραίτητο να κουβαλάει και μια γλάστρα μαζί, για να μη στρώνετε τάχα μου μονά σερβίτσια στο τραπέζι. Ή για να μην (ποταπή αλλά απροκάλυπτα συνήθης σκέψη) σας φάει τον άντρα. Με τα αυτάκια μου το έχω ακούσει κι αυτό: χωρισμένες δε βάζουμε στο σπίτι μας, οι ύπανδρες, γιατί είναι πεινασμένες. Χα! Βιβλίο μπορώ να γράψω με τους λόγους που οι παντρεμένες ενδέχεται να είναι πιο πεινασμένες, αλλά θα βρεθώ εκτός θέματος. Μπορείτε επίσης να πάτε μαζί μια εκδρομή ή ένα ταξίδι, τα μονόκλινα γι’αυτό υπάρχουν. Για τους μονούς.

Έχω φίλες χωρισμένες, μόνες, που περνούν καλά και μόνες. Χωρίς μόνιμο ταίρι, α λα μπρατσέτα, όλα επί δυο. Μόνες ναι, άγαμες όχι. Ελεύθερες από επιλογή, ανοιχτές στο ενδεχόμενο να δεσμευτούν άμα βρουν τον κατάλληλο, αλλά όχι να εκπέσουν ή να συμβιβαστούν στην πορεία, εξ άλλου ψάχνουν κάποιον που να τους κάνει κούκου για τους χι ψι λόγους, τους δικούς τους λόγους, χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσουν πλέον σε κανέναν, να ζυγίσουν το DNA αν θα’ναι καλού πατέρα ή καλού ψωμοκουβαλητή, αν θα’ναι “της τάξεώς τους”, αν θα τον εγκρίνουν οι γονείς ή ο περίγυρος, αν αν αν… Ελεύθερες κι ωραίες και ίσως και γενναίες. Αφήστε τις ήσυχες, μην τις τυραννάτε, δε θένε να γνωρίσουν τον επόμενο εργένη που τους βρήκατε. Θα τον βρουν μόνες τους.

Posted in miscellaneous | 5 Comments

Ανέπαφα, πώς το λένε.


 

4000

Photo: The Guardian via Getty Images

Είναι κάτι μικροπράγματα που αγνοείς μια, αγνοείς δυο, αγνοείς τρεις και, ξαφνικά, μια ωραία μέρα στη σβουρίζουν ανεπανόρθωτα, αρχίζεις και τα παρατηρείς συνέχεια, σου κολλάνε στον εγκέφαλο και κάθε, μα κάθε, φορά που συμβαίνουν τρελαίνεσαι.

– Θα μου δώσετε την καρτούλα σας; (πάντα με το αναπόφευκτο υποκοριστικό, όλα μικρά, καρτούλα, υπογραφούλα, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία, ας μην παρασυρθώ). Θέλετε να την περάσω ανέπαφα; (γιατί να μη θέλω, είναι η προφανής απάντηση, αλλά το παρακάμπτω κι αυτό).

-Γιατί να σας τη δώσω; Θα την περάσω εγώ.

-Να μου δώσετε την καρτούλα να την περάσω ανέπαφα.

-Γιατί να μην την περάσω εγώ; Ανέπαφα.

Γιατί, ανόητη Ελληνίδα κάτοχε κάρτας, το μηχανηματάκι είναι τοποθετημένο στο ταμείο έτσι ώστε να το φτάνει μόνο η ταμίας!  Σταθερό, ακούνητο, στραμμένο προς το μέρος της. Μια παγκόσμια πρωτοτυπία -όπως τόσες άλλες στο κέντρο πρωτοτυπίας που ζούμε- που οφείλεται ο Θεός ξέρει πού.

Θεωρητικά, από τότε που η τεχνολογία προχώρησε και το PIN μπήκε στη ζωή μας, όχι μόνο ως σωτήριο τετραψήφιο που μας έδινε μετρητά από το ΑΤΜ (σωτήριο αν έχεις μετρητά, αλλιώς μαρτύριο), αλλά και ως κωδικός που κατάργησε την υπογραφή στις συναλλαγές με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα, η κάρτα δεν έχει κανένα λόγο να φεύγει από τα χέρια μας ούτε στιγμή. Τώρα πια με τις ανέπαφες πληρωμές, αποχωρίζεσαι τα λεφτάκια σου τσακ μπαμ, στο ταμείο, στο τραπέζι, στην πόρτα του σπιτιού που παραλαμβάνεις το ντελίβερι. Χα!

Θυμίζω την ευτράπελη περίοδο, όταν περάσαμε από το μηχάνημα που «σιδέρωνε» την κάρτα, για να βγει το διπλότυπο που έπρεπε να υπογράψουμε, στο περιβόητο POS και την εισαγωγή PIN, που στο ταμείο πολλών, αν όχι όλων, των σουπερμάρκετ σού ζητούσαν να υπογράψεις την απόδειξη συναλλαγής! Δυσπιστία, φοβία, μακακία. Και συνεχίζουμε στο ίδιο μοτίβο.

Οι συναλλαγές με κάρτα έπαψαν -σχεδόν- να είναι του διαόλου πράξεις, γλυτώσαμε από τα θανατηφόρα βλέμματα όταν αξιώνουμε να πληρώσουμε την τυρόπιττα με πλαστικό χρήμα, το ταξί ακόμη μας παιδεύει (εκτός κι αν είναι Beat) και στη ζωή μας μπήκαν οι ανέπαφες πληρωμές.

Ανέπαφες γιατί την κάρτα δεν την ακουμπά το μηχάνημα, ανέπαφες γιατί δεν πληκτρολογείς κωδικό, ανέπαφες γιατί την κάρτα δεν την ακουμπά κανείς, ει μη μόνον ο ιδιοκτήτης της. Ναι καλά. Στα περισσότερα μέρη το μηχανάκι είναι τοποθετημένο έτσι που να μην το φτάνεις παρά μόνο αν έχεις: α) πολύ μακριά χέρια, τύπου Τιραμόλα, β) ολοκληρώσει προχωρημένα μαθήματα γιόγκα και συγκεκριμένα την άσκηση που πιάνεις το αριστερό πόδι με το δεξί χέρι αλλά περνώντας και πίσω από την πλάτη σου, γ) νανισμό ώστε να χωράς να περάσεις κάτω από τη μασχάλη της ταμία.

Σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου έχω βρεθεί, προς Δυσμάς και προς Ανατολάς, πληρώνεις για τα πάντα, χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς καμία κουβέντα για την ακρίβεια, περνώντας την κάρτα από το όποιο μηχανάκι με όποιον τρόπο, βάζοντας ή μη βάζοντας PIN, μόνος, ολομόναχος. Χωρίς την μεσολάβηση κανενός. Εδώ πρέπει, ντε και καλά, να την πάρει ο ταμίας. Ε μου τη δίνει, πώς το λένε. Δεν τη δίνω.

Δεν ξέρω, ειλικρινά, τι φταίει. Οι τράπεζες δεν ενημερώνουν σωστά, τα καταστήματα είναι βλαμμένα, ο κόσμος είναι ανεκπαίδευτος και φοβικός, τι από όλα, όλα μαζί, ή κάτι άλλο; Ακόμη και στα μαγαζιά όπου το POS είναι σε βραχίονα που κινείται, συνήθως εσύ πρέπει να κάνεις την υπέρβαση για να το φτάσεις να πληκτρολογήσεις το ρημάδι το PIN. Αν συμβαίνει να είσαι και αριστερόχειρας, καλά κρασιά.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Να πειράξω, να μην πειράξω


 

Female-with-red-lipstick-grimacing-close-up

Photo: Getty images

Ξεκινώντας, να πω ότι η μαμά μου, μέχρι και σήμερα, χρησιμοποιεί μία κρέμα προσώπου και μία σώματος. Και, παλιά, για να βγει, έβαζε απαραιτήτως κραγιόν. Όσο για το αντιηλιακό, νομίζω μπήκε στη ζωή της μετά τα εξήντα. Και μην αρχίστε τα “ήταν αλλιώς ο ήλιος τότε” γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας εδώ.

 

Το θέμα μας είναι ότι εγώ που, με γυναικείο πρότυπο τη μαμά, έχω κάνει συνολικά πέντε καθαρισμούς προσώπου στη ζωή μου, ενώ στο όνομά μου έχω ένα σέρουμ κι ένα αντιηλιακό, βρίσκομαι τώρα αντιμέτωπη με έννοιες όπως η μεσοθεραπεία, τα νήματα,  η βλεφαροπλαστική, τα φίλερς, το μπότοξ, το πίλινγκ, το λίφτινγκ (το σέρφινγκ και το ράφτινγκ, θέλω να πω, μού ακούγονται πιο οικεία και πιο δελεαστικά). Ένας κόσμος που σα να βαριέμαι να εξερευνήσω, αλλά δεν αποστρέφομαι, ούτε αρνούμαι. Απλά δεν μπορώ, έτσι απλά, να γίνω μέρος του. Φοβάμαι κιόλας. Φρικάρω με την ιδέα να μπω για καλό -τη δική μου αντίληψη του καλού- και να βγω με ζυγωματικά Μογγόλας και το φρύδι στο κούτελο. Γιατί, σκέφτομαι, κι αυτές που βγαίνουν έτσι, προφανώς για καλό μπήκαν, όχι γιατί ήθελαν να μοιάσουν απόγονοι του Τζένγκις Χαν.

Ελέγχεται αυτή η κατάσταση; (Ναι, τέτοια είμαι, κοντρόλ φρικ). Κι αν προκύψει εθισμός; Κι αν πάω να μαλακώσουν λίγο οι γραμμές γύρω από το στόμα, και μετά κολλήσω και θελήσω ν’ανεβεί λιγουλάκι το κούτελο, να φουσκώσουν τα χείλη, να μην κρέμεται το πηγούνι, να τσιτώσει κι ο λαιμός; Δεν μπορεί, όλες αυτές οι παραμορφωμένες που βλέπω γύρω μου, πώς την πάτησαν; Αποκλείεται να επεδίωκαν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, άρα μήπως είναι κύκλος που δεν κλείνει ποτέ; Και ποιος μου λέει ότι θα ξέρω εγώ πότε να σταματήσω;

Δεν είμαι κατά των αισθητικών παρεμβάσεων. Κάθε άλλο. Πιστεύω πως ο καθένας, εφόσον το επιτρέπει η επιστήμη και το σηκώνει το πορτοφόλι του, μπορεί να κάνει ό,τι χρειάζεται για να νιώθει καλά στο πετσί του. Εξάλλου προ δεκαετίας εγώ επέλεξα να μικρύνω το στήθος που επιμελώς έκρυβα επί χρόνια κάτω από ανδρικά πουκάμισα και σακάκια-επενδύσεις από τη Marina Rinaldi, γιατί ένιωθα πως δεν ταίριαζε με την προσωπικότητά μου και με εμπόδιζε να φορέσω αυτά που ήθελα όπως ήθελα. Το σκεπτικό μου όμως τότε ήταν το εξής: Βυζί είναι, δεν είναι μούρη. Πόσο λάθος να πάει; Κι αν πάει, το κρύβεις. Το πρόσωπο άμα το δω και φρίξω, πού θα το κρύψω;

Εδώ μιλάμε για μούρες. Για το πρώτο πράμα που βλέπεις ξυπνώντας στον καθρέφτη. Για το πρώτο που βλέπει ένας τρίτος όταν σε γνωρίζει, αλλά κι ένας τρίτος που σε ξέρει καλά. Και άντε και διάλεξες τι θέλεις να του κάνεις. Άντε και βρήκες τον κατάλληλο επιστήμονα. Πότε είναι η σωστή στιγμή; Στα τριάντα, στα σαράντα, στα πενήντα; Και πόσο πρέπει να επενδύσεις; Ή μήπως η επένδυση θα είναι, άπαξ και ξεκινήσεις, διαρκής; Πρέπει δηλαδή να διαλέξω μεταξύ του μπότοξ και του ταξιδακίου στο Λονδίνο; Μεταξύ της μεσοθεραπείας και του ΕΝΦΙΑ; Θα αποκτήσω άλλον έναν εφιάλτη σαν αυτόν της βαφής, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει;

Πραγματικά δεν ξέρω. Βαριέμαι λίγο. Φοβάμαι λίγο. Δεν προλαβαίνω λίγο. Δελεάζομαι και λίγο. Αναρωτιέμαι βέβαια, κατά πόσο τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν είχα λύσει για τα καλά το βιοποριστικό ζήτημα. Αν το να κάνω οποιοδήποτε από τα παραπάνω δε σήμαινε πως, την ίδια στιγμή, θα πρέπει να στερηθώ κάτι άλλο που μ’αρέσει. Αν δεν ήμουν τύπος που κοιτάζει το ρολόι κάθε δέκα λεπτά όταν βρίσκεται στο κομμωτήριο. Αν μ’άρεσε το μασάζ. Αν πιο εύκολα αφιέρωνα μια δυσεύρετη ώρα σ’έναν καθαρισμό προσώπου απ’ό,τι στην πισίνα. Αν ήξερα πως θα μ’άρεσα καλύτερα αφού πείραζα το ένα ή το άλλο. Αν δεν μ’άρεσε η μούρη μου όπως είμαι.

It remains to be seen που θα έλεγε και η Τερίζα Μέι. Ναι μην τσινάς. Τερίζα, με τραβηγμένο “ιιι”.

 

 

 

 

 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Πατριωτισμός ON/OFF


power_symbol_1515222433

 

Δεν θα πάψω ποτέ να έχω απορίες για το πώς δουλεύει το κουμπί του πατριωτισμού. ON  στα μείζονα, βλέπε συλλαλητήριο, OFF στα ελάσσονα, τα καθημερινά, που στο σύνολό τους βέβαια καθορίζουν κι αυτά την πατρίδα.

Σωστές Σουλιώτισσες όταν σας πατούν τον κάλο της ονομασίας της γείτονος χώρας, κατάπτυστοι προδότες όταν πρόκειται για μικρές, γελοία μικρές και απλές, πρακτικές όπως η κανονική οδήγηση, το νόμιμο παρκάρισμα, το (μη) κάπνισμα στους δημόσιους χώρους.

Η πατρίδα πατριώτες προσδιορίζεται όμως, πέρα από τις γεωγραφικές, εθνικές και εθνοτικές παραμέτρους, από τη στάση και τις πράξεις -τις άπειρες μικρές και τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού μεγάλες- των ανθρώπων της. Είναι σα να’χεις, ας πούμε, την εθνική ομάδα μπάσκετ να μεγαλουργεί αγωνιστικά, ενώ οι παίκτες, ο καθένας και όλοι μαζί, φτύνουν στο δάπεδο, σκαλίζουν τη μύτη τους και κολλάνε μυξούλες στους τοίχους, βρίζουν ο ένας τον άλλον και τον προπονητή, μουτζώνουν τους φιλάθλους, ανάβουν πούρο στο ημίχρονο.  Εντωμεταξύ, η ομάδα έχει έναν-δυο παίκτες, Έλληνες βεβαίως (γιατί είναι παικταράδες), που η μαμά τους είχε έναν προπάππο Έλληνα στην κάτω Ουρίγκουα ή στην άνω Παγλάβοβα.  Και καλά κάνει. Ταυτόχρονα, αρνείται να παίξει στη Γαλλία γιατί εκεί έχουν το θράσος να πουν μια σαλάτα Macédoine, σαλάτα που δεν έτρωγε ο Μεγαλέξανδρος.

Δεν είναι η καλύτερη παρομοίωση, αλλά κάπως έτσι, με τέτοια κριτήρια, γυρίζει ο διακόπτης από το ΟFF στο ON. Κι ενώ βαρκούλες αρμενίζουν καθώς το έθνος σύσσωμο -συμπεριλαμβανομένων των της διασποράς, όταν παραθερίζουν στα πάτρια-  αδιαφορεί για την τήρηση των νόμων, αλλά και για την κατσίκα του γείτονα, το ίδιο έθνος, οίκαδε κι αλλούθε, εξαγριώνεται όταν νιώσει πως θίγεται  το “εθνικό” συμφέρον. Το ξενόφοβο, συνομωσιολάγνο, ημιμαθές έθνος – είτε από έλλειψη παιδείας, είτε από επιλογή, γιατί είναι απλούστερα τα πράγματα όταν αγνοείς τα δεδομένα- πορώνεται, κορδώνεται, σηκώνει το χάρτινό του σημαιάκι και απαιτεί. Για να διαμαρτυρηθεί, παρκάρει το πούλμαν στην κίτρινη γραμμή επί της Κηφισίας. Ολοκληρώνοντας τη διαμαρτυρία, παρατάει το σημαιάκι του κατάχαμα στο Σύνταγμα.

Πραγματικά, πατριώτες, δεν σας καταλαβαίνω. Υπάρχουν τόσα να πορωθείτε πιο σημαντικά από το όνομα της διπλανής χώρας. Πόσο βολικό είναι να αγνοούμε τα κεφάλαια της ιστορίας που δε μας βολεύουν! Όσο βολικό είναι και για τους γείτονές μας, που όταν το κάνουν, στα δικά τους βιβλία ιστορίας, στις δικές τους ξεναγήσεις, γινόμαστε, με συγχωρείτε, Τούρκοι.  Λίγα κράτη πλάστηκαν αγγελικά. Και η ελληνική Μακεδονία, σόρι, αλλά δεν είναι ένα από αυτά. Πολλά όμως κράτη, αγγελικά ή μη πλασμένα, εξελίσσονται, βελτιώνονται, κάνουν άλματα προς τα εμπρός, γιατί ασχολούνται με τα μικρά, τα ασήμαντα, τα καθημερινά. Γιατί κτίζουν το μέλλον τους, αντί να θαρρούν πως, λόγω του ενδόξου παρελθόντος τους,  ο κόσμος τους χρωστάει. Αυτή την αίσθηση του entitlement (που πανάθεμά το συνώνυμο δεν έχει στην ένδοξη μητρική μας) την πληρώνουμε και θα την πληρώνουμε, μέχρι να καταλάβουμε πως βαυκαλισμός είναι και κάλλιο να ξυπνήσουμε.

Mε βοήθησε πολύ να καλουπώσω τις σκέψεις μου ένα εξαιρετικό άρθρο που σας παροτρύνω να διαβάσετε.

 

 

 

 

Posted in κοινωνία | Tagged | 2 Comments

Οι 200 του Gaultier: σκέψεις άτακτες για το fundraising.


jean-paul-gaultier-benaki-museum-03_-

Σωστά διέκρινε το Μουσείο Μπενάκη την ευκαιρία που προσφέρθηκε ευγενικά από τον Jean-Paul Gaultier, σωστά διοργάνωσε και το gala με το εισιτήριο των 1.000 ευρώ το άτομο και, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη Έλληνες που μπορούν να διαθέσουν αυτό το ποσό για να στηρίξουν ίσως το καλύτερο μουσείο (μουσεία) της χώρας, σε μια εποχή δύσκολη, όχι μόνο για το συγκεκριμένο, αλλά και για όλους τους αντίστοιχους οργανισμούς, μεγάλους, μεσαίους, μικρούς. Τότε, θα πείτε εύλογα, τι άλλο έχεις να γράψεις;

Θυμήθηκα, με την ευκαιρία του συγκεκριμένου gala, την απορία που είχα ανέκαθεν, έχοντας ασχοληθεί λιγότερο ή περισσότερο, επαγγελματικά, αλλά κυρίως εθελοντικά, με το fundraising, για διαφορετικούς φορείς και σε διαφορετικές χρονολογίες. Η απορία είναι η εξής: όταν πληρώνεις υπέρ ενός σκοπού -πες το συνδρομή, πες το χορηγία, πες το δωρεά, πες το αγορά πραγμάτων σε bazaar, πες το εισιτήριο για gala- το κάνεις γιατί θέλεις να βοηθήσεις τον όποιο σκοπό, το κάνεις επειδή νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου, ή το κάνεις για το θεαθήναι; Αναφέρομαι εδώ σε φυσικά πρόσωπα, όχι σε εταιρείες, γιατί εκεί τα κίνητρα είναι συνήθως λίγο διαφορετικά.

Το ισότιμο του glamour των διάσημων φιλανθρωπικών χορών της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, στην Ελλάδα των 80’s και των 90’s, ήταν μια μπλουζίτσα με στρας ή ένα ταγιεράκι με γυαλιστερές λεπτομέρειες κι από πάνω μια μιζανπλί κουνουπίδι, σε τραπέζια (συνήθως τα χειρότερα του μαγαζιού) μιας από τις μεγάλες πίστες της Αθήνας. Μαρινέλλα, Πάριος, Μητροπάνος. Φιλενάδες αγόραζαν σε τιμή ευκαιρίας εισιτήριο για “καλό σκοπό”, ενώ κίνητρο, όσο και άλλοθι, ήταν ξεκάθαρα: μαζί με ένα πιάτο στεγνά σκαλοπίνια κολυμπητά στην κρέμα γάλακτος κι ένα-δυο ποτήρια κρασί, απολάμβαναν το σόου που δεν τους πήγαινε ο άντρας τους… Τι σημασία είχε όμως; Τα χρήματα μαζευόντουσαν. Οι κυρίες χαιρόντουσαν. Οι πίστες γέμιζαν τις ημέρες που αλλιώς θα ήταν αδειανές. Και όλοι ήταν ευχαριστημένοι.

Με την έλευση της κρίσης, έγινε πολύ δυσκολότερη η εξόρυξη πόρων από τις τσέπες των φίλων κάθε οργάνωσης. Έγιναν λιγότερα τα χρήματα που προορίζονταν για διασκέδαση, άρα το δέλεαρ του φθηνότερου εισιτηρίου για τα μπουζούκια, ή του ακριβότερου εισιτηρίου -με νότες glam- για μια πιο κυριλέ συναυλία, έχασε την ισχύ του. Οι πιο ευέλικτοι fundraisers το έριξαν στα bazaar: άδειασαν σιγά σιγά τις τιγκαρισμένες ντουλάπες μας, πουλώντας δεύτερο χέρι αφόρετα συχνά ρούχα, στον όλο και μεγαλύτερο αριθμό αυτών που, από άποψη πια, επιλέγουν να αγοράσουν έτσι. Ρούχα, βιβλία, αντικείμενα για το σπίτι, όλα αποκτούν δεύτερη και τρίτη ζωή.

Για αυτούς όμως με την πιο βαθιά τσέπη, που η κρίση δεν επηρέασε τόσο, το bazaar είναι μια βόλτα Κυριακής, για να αγοράσεις σπιτική πασταφλώρα και δυο χειροποίητα στολίδια, ενισχύοντας τη φιλοζωική της γειτονιάς σου, το τοπικό σύστημα των Προσκόπων, ή (συνηθέστατα) το ίδρυμα στο ΔΣ του οποίου συμμετέχουν οι φίλες σου. Με άλλα λόγια, ψιλολόι. Γιατί όμως δεν βάζουν το χέρι στην τσέπη για μια γενναία δωρεά, όταν ακούν, πανταχόθεν, ότι το Μουσείο Μπενάκη έχει τεράστιο πρόβλημα; Χρειάζεται αντίκρυσμα για το χιλιάρικο; Σκάω τα χίλια, αλλά “αγοράζω” ένα δείπνο, ένα fashion show, μια φωτογραφία με τον Jean Paul.  Ή, σκάω χίλια, αλλά εμφανίζομαι να ανήκω στο κλαμπ αυτών που μπορούν να τα σκάσουν. Ή τα σκάω, αλλά θέλω να το μάθουν και οι άλλοι ότι τα έσκασα, οπότε μου ξεφεύγει κι ένα φεϊσμπουκικό check-in στο Μουσείο. Πόσοι, άραγε, από αυτούς που παρευρέθηκαν χθες στο gala, είχαν σκασίλα μεγάλη, όνειρο ζωής, να δουν τα ρούχα του Gaultier; Πόσοι ήθελαν να μην το χάσουν, γιατί ήταν το γεγονός του μήνα, που άλλοτε θα αφιέρωνε σ’αυτό ο Ίακχος σελίδες κι ο Τήλεφος θα έδινε το δεξί του χέρι για να παρευρεθεί; Μήπως απλά μας έχουν λείψει τέτοια γεγονότα, τέτοιες ευκαιρίες να βάλουμε τα καλά μας; Γιατί η αλήθεια παραμένει πως αν αυτοί όλοι που πήγαν χθες στο gala, υποστήριζαν με τακτικές, μικρότερες, δωρεές το Μουσείο, άνευ άλλης αφορμής, πέραν του ότι εκτιμούν το έργο και τα προγράμματά του και επιθυμούν να συνεχίσει να υπάρχει, τα πράγματα θα ήταν μακροπρόθεσμα πολύ καλύτερα για το Μουσείο. Όπως και για κάθε άλλο φορέα που εξαρτάται από συνδρομές και δωρεές για να “ζήσει”.

Υποθέτω πως δεν υπάρχει μια απάντηση που να καλύπτει όλους. Υπάρχουν σιωπηλοί ευεργέτες, που όταν καμια φορά τυχαία αποκαλύπτονται, σχεδόν ντρέπονται που γίνεται θέμα. Υπάρχουν καθημερινοί, μικροί, ανώνυμοι ευεργέτες, που κανείς δεν ασχολείται μαζί τους, αλλά αυτοί τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους. Υπάρχουν κοσμικοί ευεργέτες, που νιώθουν καλά με τον εαυτό τους, αλλά νιώθουν ακόμη καλύτερα όταν η προσφορά τους δεν περνάει απαρατήρητη στον κύκλο τους. Υπάρχουν ευεργέτες που μέσω της προσφοράς τους προσπαθούν να ανελιχθούν κοινωνικά και να αποκτήσουν, έστω και σήμερα, μια θέση στον φθίνοντα κύκλο των “παλιών καλών Αθηναίων” (που στην πλειοψηφία τους απαρτίζουν την ευγενή τάξη των nouveau-pauvres). Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μετράει είναι πως υπάρχουν ακόμα ευεργέτες. Εύγε στο Μουσείο Μπενάκη που κινητοποίησε 200 από αυτούς. Εύγε στους 200 που ανταποκρίθηκαν.

 

 

 

 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Οι dames flottantes και το savoir faire της πισίνας


old lady floating

Αγαπητές dames flottantes απανταχού της Ελλάδος,

Επιπλεύστε ελεύθερα στην απέραντη, ανεπανάληπτη Ελληνική θάλασσα. Καθίστε εκεί, στην παραλία, στα ρηχά ή στα βαθιά, με το φουσκωτό μαξιλαράκι ή τη σανίδα σας, την ψάθα, το turban ή τη σκούφια με τα χρυσάνθεμα και τις γυαλούμπες αλά Τζάκι Κένεντι και μουλιάστε, με τις φιλενάδες σας, ως το βράδυ, “κολυμπώντας” λίγα μέτρα αριστερά, λίγα μέτρα δεξιά και φλυαρώντας ως τη Δευτέρα Παρουσία. Κάντε αναπηδήσεις, κάντε κυκλάκια με τα χέρια, κάντε ό,τι θέλετε, έχετε βεβαίως δικαίωμα στην άσκηση και την αναψυχή.

Όταν όμως μαζευτείτε από τα θέρετρα, όταν μπει το φθινοπωράκι και διακοπούν τα δρομολόγια λουομένων προς και από Αυλάκι και Λούτσα, όταν θελήσετε να συνεχίσετε την άσκηση (την άσκηση, επαναλαμβάνω), θυμηθείτε, παρακαλώ, πως το κολυμβητήριο δεν είναι παραλία. Είναι χώρος άθλησης στον οποίο καταφεύγουμε και μερικοί άλλοι τύποι, που τη βρίσκουμε να βάζουμε σκουφάκι και goggles και να κολυμπάμε πάνω-κάτω στη λωρίδα, ακολουθώντας μαγεμένοι τη μαύρη γραμμή στον πυθμένα… Χωρίς να συναντάμε επιπλέοντα εμπόδια ει δυνατόν. Χωρίς να μας ζαλίζει η αναμετάδοση καυτών ειδήσεων της γειτονιάς από επιπλέον σκουφάκι σε επιπλέουσα καπελαδούρα. Μπούρου μπούρου, μια ώρα ολόκληρη. Κακά τα ψέμματα, λίγο το σκουφάκι, λίγο η ωτοασπίδα για να μη μπει το νερό, λίγο το νερό που μπήκε, δεν ψιθυρίζετε ακριβώς…

Οι πισίνες έχουν κανονισμούς γραμμένους, έχουν κι ένα άτυπο σαβουάρ φερ. Συνήθως, ας πούμε, κάποιες λωρίδες, λιγότερες ή περισσότερες, είναι για “προχωρημένους” κολυμβητές. Σχετική έννοια θα μου πείτε. Ορθώς. Αλλά εκεί είναι που ζητάει κανείς τη κοινή λογική. Αν είναι κενή λωρίδα, μπείτε και επιπλεύστε. Κάντε αναπηδήσεις, κάντε ποδήλατο, τα χεράκια πάνω, τα χεράκια κάτω. Κολυμπήστε πρόσθιο ως χελώνα, κανείς δεν θα ενοχληθεί. Αν όμως παρατηρήσετε ότι μπαίνει στο νερό κάποιος που κολυμπάει συστηματικά πιο γρήγορα από εσάς, ειδικά όταν στη λωρίδα είναι περισσότεροι των δυο, που σημαίνει πως θα πρέπει να γίνει “κυκλικά” η διαδρομή, ας είστε λίγο προσεκτικοί. Ενοχλεί η σημαδούρα, πώς να το κάνουμε. Αφού βλέπετε ότι δυο άνθρωποι αναγκάζονται να διακόψουν στη μέση της διαδρομής, να σας παρακάμψουν, να έχουν συνεχώς το νου τους μη σας χτυπήσουν στο ύπτιο, γιατί, διάολε, δεν πάτε παραδίπλα με τις λοιπές dames flottantes; Και, κυρίως, γιατί δυσανασχετείτε -τσ, τσ, τσ- όταν σας πιτσιλάει ο συγκολυμβητής σας λερώνοντας τα γυαλιά (ηλίου) σας;

Δηλώνω ευθαρσώς πως , ενώ σέβομαι απόλυτα την επιθυμία σας για άσκηση και το δικαίωμά σας στην κολύμβηση, ενώ εκτιμώ απεριόριστα το κουράγιο και τη δύναμη που σας κάνουν να έρχεστε ανελλιπώς στην πισίνα, ενώ εύχομαι στην ηλικία σας να μπορώ να κάνω το ίδιο, είμαι η πρώτη που θα κάνει επιθετικά δέκα χεριές πεταλούδα προκειμένου να εκκενώσω τη λωρίδα μου!

Αγαπητοί υπεύθυνοι κολυμβητηρίων απανταχού της Ελλάδος,

Βοηθήστε μας όλους να κολυμπήσουμε ειρηνικά αυτή τη σεζόν. Επιβλέψτε τις πισίνες σας, εξηγήστε με ωραίο τρόπο, ότι στα κολυμβητήρια πρέπει να τηρείται, αν μη τι άλλο, η κίνηση των κολυμβητών πάνω-κάτω στις λωρίδες, έστω και με πολύ αργό ρυθμό. Δώστε τους να καταλάβουν γιατί θα πρέπει να υπάρχουν διαφορετικές λωρίδες για διαφορετικούς κολυμβητές. Επιφορτίστε τα βωβά και, συνήθως, αόρατα πρόσωπα που παρακολουθούν τους λουόμενους (υποχρεωτικά), με την αρμοδιότητα της τήρησης των κανονισμών. Αλλάξτε τις ώρες λειτουργίας, ώστε οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αθλούμενοι, που μπορεί στα νιάτα τους να ήταν η Dawn Fraser κι ο Mark Spitz, αλλά τώρα όσο να’ναι έχουν φρενάρει λίγο, όπως και οι πάσης φύσης και ηλικίας dames flottantes να επιπλέουν ελεύθερα, χωρίς να ενοχλούν τους λίγο πιο αθληταράδες που, χωρίς να είμαστε Φελπς, ε, ένα κατοστάρι όσο να’ναι θα θέλαμε να το ολοκληρώσουμε ανεμπόδιστοι. Σκεφτείτε λογικά: Οι λωρίδες είναι οκτώ.  Σε μια λωρίδα μπορούν να επιπλέουν ευτυχή τουλάχιστον οκτώ άτομα, ενώ σε μια λωρίδα περισσότεροι από τρεις κολυμβητές είναι δυστυχείς. Γιατί αφιερώνετε λοιπόν μόνο δυο λωρίδες στους “προχωρημένους” και μάλιστα στις ώρες αιχμής; Γιατί δεν αξιοποιείτε τη “μικρή” πισίνα, την παιδική, τις ώρες που δεν υπάρχει παιδική κίνηση, αφιερώνοντάς την στις σημαδούρες; Σε τελική ανάλυση, εφόσον υπάρχει τόσο μεγάλη ζήτηση, επενδύστε σε μια δεύτερη, μικρότερη πισίνα για τέτοια χρήση. Σεβασμός προς όλα τα μέλη σας, αυτό θα έπρεπε να είναι η προτεραιότητά σας.

 

 

 

 

 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Γιατί δεν ανοίγουμε χωρίς λόγο τα βαθιά συρτάρια. Ή γιατί, αντιθέτως, πρέπει πού και πού να τα ανοίγουμε.


IMG_1341

Λεύκωμα σχολικό, πραγματικά πρόσωπα, ευτυχώς με ψευδώνυμα.

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε δεν πήγα για μπάνιο. Το πέρασα, το περισσότερο, στον καναπέ, διαβάζοντας το τρίτομο ημερολόγιό μου, που συνάντησα σε ένα πολύ βαθύ συρτάρι, το οποίο προφανέστατα δεν έπρεπε να ανοίξω, εφόσον  ξέρω καλά πως τα μαγιό δεν είναι εκεί. Το ημερολόγιο καλύπτει το διάστημα από την τρίτη γυμνασίου ως το τέλος της δευτέρας λυκείου. Οκτακόσιες πενήντα περίπου μέρες, οι περισσότερες από αυτές στους διαδρόμους, τις τάξεις και την αυλή του σχολείου.

Το διήμερο αυτό ένιωσα πολύ κοντά μου ανθρώπους, κάποιοι από τους οποίους κυκλοφορούν ακόμη στη ζωή μου, φίλους που βλέπω συχνά, ή λιγότερο συχνά, συμμαθητές που συναντώ στο Facebook και στα reunions, άλλους με τους οποίους δε μοιραστήκαμε παρά ένα διάλειμμα, μια άσπρη Mikasa, μια γουλιά κόκα κόλα απ΄το ίδιο μπουκάλι, ένα κλεμμένο Marlboro, ένα αμήχανο μπλουζ, ή μερικές εκατοντάδες διαδρομές στο ίδιο πούλμαν.

Την εποχή εκείνη ο καψούρης την είχε πατημένη, τα αγόρια σού ζητούσαν να τα φτιάξετε, συχνά μέσω τρίτου, κάποιου ταλαίπωρου κολλητού με τον οποίον, τελικά, κατέληγες να μιλάς περισσότερο απ’ό,τι με τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Η χυλόπιτα ήταν χυλόπιτα, τότε όπως και τώρα. Την εποχή εκείνη γράφαμε και ανταλλάσσαμε χιλιάδες ραβασάκια, με τους μπροστινούς, τους πίσω, τους δίπλα, αλλά και με τους μεγαλύτερους, ακόμη και με το δίπλα σχολείο, αν βρισκόταν κανείς κοινός γνωστός να κάνει τον γραμματοκομιστή. Ήταν γραμμένα συχνά με τιρκουάζ μελάνι πένας Waterman, με χρωματιστά μαρκαδοράκια Tempo, αλλα και με ταπεινό μπικ που, πολλές φορές, έκανε διακοπές κι έπρεπε να περάσεις το κάθε γράμμα δυο και τρεις φορές… Πηγαίναμε σινεμά κάθε Σάββατο, αλλά πηγαίναμε και στο σχολείο κάθε Σάββατο, για λίγες ώρες.

Το απόγευμα ακούγαμε τον Γιάννη Πετρίδη κι αργότερα, όταν χτυπούσε το τηλέφωνο, καρδιοχτυπούσαμε, κι αν ήταν ο όποιος εκείνος, τραβούσαμε δέκα μέτρα καλώδιο και κλεινόμασταν στο δωμάτιό μας να μιλήσουμε, με τις ώρες, μέχρι που κάποιος γονέας διαμαρτυρόταν και το τηλεφώνημα έληγε απότομα. Στο καπάκι, ακούγαμε σαράντα φορές το Et si tu n’existais pas, επαναφέροντας τη βελόνα του πικάπ εμμονικά στο ίδιο κομμάτι, με το στομάχι κόμπο. Στο σχολείο, την επομένη, πού σε είδα, πού σε ξέρω.

Η ζωή ήταν μαθήματα, ανησυχία ή μη για τις επιδόσεις, βόλεϊ κι ενόργανη, διαπραγματεύσεις με τους γονείς για δικαιώματα που αργούσαν να δοθούν, επικαιρότητα ιδωμένη από μια άλλη δική μας γωνία, χωρίς αγωνία, αλλά, αδελφάκι μου, και αγόρια, πολλά αγόρια: ποιος μ’αρέσει σήμερα, με ποιον την έχω πατημένη αύριο, ποιος με κοίταζε στο σχολικό και ποιος στο βόλεϊ, ποιος μίλησε σε ποιον για ποιαν, σε ποιαν για ποιον, σου’πες, μου’πες, του’πες. Ήταν ονόματα αγοριών γραμμένα, ζωγραφισμένα, ελληνικά, λατινικά, με πεζά, με κεφαλαία, με χιλιάδες χρώματα, με λουλουδάκια και καρδούλες, πρωτότυπες γραμματοσειρές που θα ζήλευε κι ο ίδιος ο Neville Brody. Ήταν κουτσομπολιά από άλλα σχολεία, που μεταφέρονταν από τους συνομήλικους γείτονες, χαρτί και καλαμάρι. Ήταν κάτι χαζές κοπάνες από την πρώτη ώρα του μαθήματος, που κατεβαίναμε απ’το σχολικό πριν φτάσουμε στο σχολείο για να πιούμε κακάο παίζοντας τάβλι σ’ένα άθλιο καφενείο. Ή για να χαζέψουμε τα άλογα στον Ιππικό. Ήταν μαρτυρικές οικογενειακές διακοπές μακριά από τους κολλητούς, που τελικά όμως εξελίσσονταν σε όχι και τόσο μαρτυρικές. Ήταν ο Σνούπυ κολλημένος παντού, φωτογραφίες κομμένες από ξένα περιοδικά που έντυναν το θεόχοντρο τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο, που ξεκινούσε τη χρονιά ως το περίφημο Πρόχειρο και κατέληγε κάτι μεταξύ ημερολογίου, λευκώματος και ποιητικής συλλογής.

Τη βραδιά του Αβάντι Ντο Φα Φα Φα, μια μαγιάτικη βραδιά σε ένα πάρτι, η Ελλάδα ήρθε τέταρτη, αλλά εγώ χτύπησα πρωτιά. Τα έφτιαξα, μετά από μακρά διαπραγμάτευση μέσω τρίτου, με έναν συμμαθητή μου από το άλλο τμήμα.  Ανταλλάξαμε ταυτότητες (όχι αστυνομικές, τις άλλες τις ασημένιες, άλλη τρομερή σεβεντίλα) και δίσκους των Genesis και του Jo Dassin. Το πρώτο σ’αγαπώ έβερ το έλαβα “χτυπημένο” σε κόκκινη, αυτοκόλλητη ταινία. Σήμερα θα ερχόταν μέσω Snapchat που, τι βολικό!, εξαφανίζεται μετά από λίγο, ενώ η ταινία έμεινε κολλημένη στο ημερολόγιο να μου θυμίζει έναν θαρραλέο δεκαπεντάχρονο, πιο αυθόρμητο κι ειλικρινή από τους περισσότερους ενήλικες άνδρες που γνώρισα έκτοτε. Αγαπημένε, να΄σαι καλά.

Υπήρξα, όπως προκύπτει από τα γραμμένα, άτακτη, άκαρδη, άπιστη έφηβη. Αλλά και πολύ πιστή σε κάποιους που δεν το έμαθαν ποτέ. Σκληρή, όπως είναι συχνά τα παιδιά, χωρίς δεύτερη σκέψη για τα αισθήματα των άλλων. Αλλά και πονετικιά, για κάποιους που θεωρούσα αδικημένους. Δεκτική στην απόρριψη, που αφομοίωνα εύκολα, όσο εύκολα απέρριπτα άλλους. Όπως αυτόν τον ταλαίπωρο, τον από άλλη τάξη, μεγαλύτερη, που καβάλησε ένα λεωφορείο από τους Αμπελόκηπους ως την Κηφισιά, με την ελπίδα πως μέχρι να φτάσουμε στον Πλάτανο θα μ’έχει τουμπάρει. Τον οποίο, ναι, είχα ενθαρρύνει επί μακρόν, γιατί στ’αλήθεια μ’άρεσε, αλλά μετά δεν μ’άρεσε. Αίσχος.  Όπου κι αν είσαι, συγγνώμη, δεν είχα πρόθεση να σε πληγώσω.

Time traveling κανονικότατο τα ημερολόγια. Ανακάλυψα γεγονότα που δε θυμόμουν καθόλου, άλλα που θυμόμουν εντελώς διαφορετικά. Γέλασα μέχρι δακρύων. Με κάποιους, προχθές, μοιράστηκα αποσπάσματα. Αυθόρμητα, έως κι ανόητα. Τόσο ζωηρές έγιναν οι αναμνήσεις, που βρέθηκα ξανά στις κερκίδες. Αυτοί που ξέρετε, ξέρετε. Όσοι χαμογελάσατε, καλώς, όσοι όχι, συγχωρέστε τη δεκαπεντάχρονη, ελπίζω μόνο να μη σας έθιξα. Να τα κάψω, λένε. Δεν ξέρω, μπορεί να θελήσω να τα ξαναεπισκεφτώ. Θα με πειράξει αν, μετά θάνατον, πέσουν σε χέρια τρίτων; Μπα, δε νομίζω.

Posted in friendship, κοινωνία, miscellaneous, relationships | 1 Comment

Ναι, σας βαρέθηκα.


BORED BEAR

Από την ημέρα που έγραψα αυτό το “Ναι, θα έφευγα”, κάθε φορά που για κάποιο λόγο αναπαράγεται, με τον μαγικό τρόπο που ξαναφέρνει στην επιφάνεια τα πράγματα το ίντερνετ, δέχομαι καταιγισμό σχολίων, είτε κάτω από την εκάστοτε ανάρτηση, είτε στο blog. Άλλοι με συγχαίρουν, άλλοι συμμερίζονται την άποψή μου, άλλοι επαυξάνουν, άλλοι πάλι, πολλοί, με κατηγορούν για δειλία, μισελληνισμό και οκνηρία (που δεν κάθομαι να δουλέψω για να βελτιωθούν τα πράγματα, γιατί τι πατρίδα θα παραδώσω στους επόμενους;).

Με ύφος βλοσυρό, διάφοροι μου εξηγούν ότι τα πράγματα δεν είναι πουθενά ρόδινα, ότι οι ξένοι είναι γουρούνια, ότι είμαι αφελής που πιστεύω ότι αλλού είναι καλύτερα, ότι ποιος μου είπε εμένα, της πτωχής που δε βγήκα ποτέ από τη χώρα, ότι οι πορτοκαλιές αλλού βγάζουν καλύτερα πορτοκάλια. Επικαλούνται επιχειρήματα όπως ότι αν πέσεις ξερός στο δρόμο στη Γερμανία θα πεθάνεις σαν τον σκύλο. Ή ότι η καλημέρα του εισπράκτορα στο τρένο στην Αγγλία είναι προσποιητή, όχι από καρδιάς. Με οικτίρουν που δε γνωρίζω. Με προτρέπουν να αναγνωρίσω το δικό μου μερίδιο ευθύνης. Μου προτείνουν αυτογνωσία, ενδοσκόπηση.

Μου τη λένε που διαλέγω την εύκολη οδό. Που δεν κάθομαι εδώ να μάθω στον κάθε άξεστο γιατί δεν πρέπει να πετάει σκουπίδια στο δρόμο, να προσπερνάει από δεξιά στο φανάρι για να περάσει πρώτος, να παρκάρει ιππαστί στα πεζοδρόμια, να είναι ευγενικός όταν εξυπηρετεί έναν πελάτη. Που δεν υπομένω πια τον κάθε χυδαίο ημιαμόρφωτο που όταν δεν εύχεται καλό Παράδεισο, καταριέται με απειλητικά (και συνήθως ανορθόγραφα) κεφαλαία τους εκλιπόντες, περιφέροντας περήφανα την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού.  Οι μισοί από αυτούς (αισιόδοξη μαντεψιά) που με κατηγορούν, πάω στοίχημα πως υποπίπτουν σε τουλάχιστον ένα από τα παραπάνω “αδικήματα” ημερησίως. Αλλά δεν εγκαταλείπουν την πατρίδα, όχι. Γιατί πού αλλού θα τους ανεχτούν; Πού αλλού θα περάσουν ατιμώρητοι; Σε ποια άλλη κοινωνία θα μπορέσουν ανενόχλητοι να κάνουν ό,τι γουστάρουν, αγνοώντας παντελώς τα δικαιώματα των γειτόνων τους, των συμπολιτών τους; Σε ποιο ευνομούμενο κράτος θα εκβιάσουν τον μαγαζάτορα, λέγοντάς του ότι θα πάνε στον δίπλα καφενέ, επειδή δεν τους επιτρέπει να φουμάρουν; Το “ελαμωρέ” τους πού αλλού θα μπορούσε να σταθεί;

Δε γνωρίζουν τίποτα για μένα, αλλά με μεγάλη ευκολία φαντάζονται τα πάντα. Έχει πλάκα, όταν δεν είναι απελπιστικό. Όταν δεν αποδεικνύει, για διακοσιοστή φορά ότι δεν υπάρχει ελπίδα καμιά.

Για κάθε χαρτάκι που σκύβεις να μαζέψεις, όταν μια κυρία τζουσάτη βγαίνοντας από το Carpo στο Ψυχικό πετάει την απόδειξη που δεν χρειάζεται στο πεζοδρόμιο, εκατοντάδες άλλα χαρτάκια πετιούνται σε όλη την Ελλάδα. Για κάθε έναν που πείθεις να φορέσει το κράνος του κι ας κάνει ζέστη, εκατό άλλοι -μάγκες- το περνάνε στον αγκώνα τους τσαντάκι. Για κάθε στιγμή που γίνεσαι γραφική, εξηγώντας τα αυτονόητα, στο μετρό, στο σουπερμάρκετ, στο δρόμο, στο γραφείο,στην εφορία, στο όπου βρεθείς, υπάρχουν άπειρες στιγμές που δεν ελέγχεις. Ένα φτιάχνει, χίλια χαλάνε. Όμως θυμώνει ο άλλος, και με βρίζει, όχι που έφυγα, αλλά που θα έφευγα.

Αυτό το κείμενο το αφιερώνω, με ένα τσίμπημα ζήλειας, σε όλους όσοι έφυγαν. Τους εύχομαι να έχουν βρει, όχι τον παράδεισο, μιας και αυτός (by default καλός, λένε :-D) προσωπικά δεν με αφορά, αλλά ένα μέρος λιγότερο θυμωμένο, όπου ο σεβασμός στον πολίτη και συνάνθρωπο να μπορεί να θεωρηθεί δεδομένος.

Posted in miscellaneous | 6 Comments

Θέμις, πού την πας τη ζυγαριά;


get_hair_done_judge_recess_1100135

Πρωί, στο αυτοκίνητο, στο δρόμο για να πάω τη γάτα των γονιών μου στον κτηνίατρο (η ιστορία της ζωής μου αυτή τη βδομάδα) ακούω στο ραδιόφωνο συζήτηση για τη δικαιοσύνη και πώς είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας κρατήσει στην επιφάνεια την ώρα που όλοι οι θεσμοί καταρρέουν, ή κάτι σε αυτή τη λογική εν πάση περιπτώσει. Σκέφτομαι την κυρία δικαστή που εκδίκασε μια δική μου υπόθεση στις αρχές Δεκεμβρίου και μέχρι σήμερα που μιλάμε, τέσσερις παρά κάτι μήνες αργότερα, δεν έχει δεήσει να εκδώσει την απόφαση.

Μεγάλη παρένθεση: η απόφαση έχει να κάνει με την πολυετή προσπάθειά μου να κλείσω οριστικά μια ΟΕ που κληρονόμησα, τα βιβλία της οποίας έκλεισαν το 2013, αλλά που λόγω της συμμετοχής της με ποσοστό πολύ μικρότερο του 1% σε ΕΠΕ που έχει βάλει λουκέτο, δεν μπορεί να κλείσει χωρίς την σύμφωνη απόφαση της ΕΠΕ που… κατάλαβες. Ως εκ τούτου και για να μην πληρώνω ασταμάτητα φόρους, πρόστιμα και άλλα, για μια εταιρία που δε λειτουργεί από το ’13 και δεν έχει έσοδα από το ’10, αλλά και για να μου επιστραφούν (χαχαχαααααα) αυτά που έχω τσάμπα πληρώσει τα τελευταία 4 χρόνια, κατέφυγα στη δικαιοσύνη. Μετρημένα κουκιά: η ΕΠΕ δεν υφίσταται (ιδού τα χαρτιά), γενική συνέλευση δεν υπάρχει να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει (πάρτε κι άλλα χαρτιά) αντικείμενο δεν έχουμε (δείτε τα βιβλία) 0,0κάτι % είναι το μερίδιό μας (να και το καταστατικό), να φύγουμε σας παρακαλώ (γιατί έχουμε και δουλειές).

Αυτό το απλό, που θα μπορούσε να αποφανθεί επιτόπου η δικαστής και να τελειώνουμε όλοι μια ώρα αρχύτερα, τέσσερις παρά κάτι μήνες μετά, είναι ακόμη σε εκκρεμότητα. Πάμε κι ερχόμαστε στον Πειραιά για να δούμε αν έχει εκδοθεί η απόφαση (όχι, δεν μπορούν να σε ειδοποιήσουν, πρέπει να συρθείς στον Πειραιά, πάλι καλά που δε δικάστηκε στην Αλεξανδρούπολη). Και να’σου και στιβάζονται οι φάκελοι, και πηγαινόρχονται και περιμένουν οι άνθρωποι, και ξοδεύονται αβέρτα οι ανθρωποώρες, ο μόνος κερδισμένος είναι ο καφετζής του δικαστικού μεγάρου. Ίσως και η φωτοτυπατζού.

Meanwhile, οι φόροι και τα έξοδα για ένα αδρανές νομικό πρόσωπο τρέχουν κανονικά. Και η εκπρόσωπος της Θέμιδος έχει πάρει τη ζυγαριά σπίτι και ζυγίζει τον κιμά για τα κεφτεδάκια κατά πώς φαίνεται. Θα μας λαδώσει και τη δικογραφία και δεν θα βγάλουμε άκρη ποτέ. #thisisgreece

Posted in miscellaneous | Leave a comment