Στα όνειρα, του ύπνου και του ξύπνιου


sunday-1358907_1920

«Ήρθες στο όνειρό μου χθες. Διστακτικός, αγέλαστος, αλλά πολύ τρυφερός. Δεν έμεινες πολύ, κάτι σε φόβισε. Έβαλες τα γυαλιά σου, γυαλιά που δε φοράς, κι έφυγες λέγοντας “δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απλά δεν μπορώ”.  Άφησες ένα στενό, μονό, κρεβάτι ξέστρωτο, κι εμένα να προσπαθώ να κλείσω την πόρτα να μην το δει η μάνα μου.

Ξύπνησα, χαμογέλασα, αντιμέτωπη με τον καθρέφτη του μπάνιου– ρε δεν πας καλά! –  ενώ πάσχιζα με την οδοντόβουρτσα να διώξω τη γεύση απ’ το φιλί σου. Ενώ ήξερα πως, κατά βάθος, ήθελα να το κρατήσω όλη μέρα το φιλί, στο στόμα μου. Το φανταστικό, το ψεύτικο, το αδύνατο, που με κάνει να πετάω. Να ξανάρθεις.».

Όταν ξύπνησα, ήθελα να το συνεχίσω το όνειρο. Γράφοντας αυτό το σημείωμα κι αφήνοντάς το σφηνωμένο, ας πούμε στον υαλοκαθαριστήρα σου. Ανώνυμα. Να δω, θα μάντευες  ποτέ τον συγγραφέα του;

Πλάκα έχουν τα όνειρα. Πότε είναι εντελώς αλλόκοτα, έως και σουρεαλιστικά, και πότε τόσο αληθοφανή, που η μετάβαση από τον ύπνο στο ξύπνιο δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Το πιο ζωντανό όνειρο ξεγλιστράει από το μυαλό σου,  την ώρα ακριβώς που ανοίγεις τα μάτια σου και πας να το περιγράψεις: μέχρι να πεις «ήμουν λέει…» το όνειρο έχει διαλυθεί, εξανεμιστεί, το απόλυτο κενό. Υπάρχουν άλλα,  που εντυπώνονται στη μνήμη σου σαν αληθινά περιστατικά, και τα θυμάσαι χρόνια μετά, πλάνο προς πλάνο. Και μερικά γλυκά, σαν το χθεσινό, που θες να κλείσεις τα μάτια σου και να τα συνεχίσεις·  να δεις άλλο ένα επεισόδιο ρε παιδί μου, όπως θα έβλεπες μονοκοπανιά μια ολόκληρη σεζόν House of Cards.

Η ερώτηση παραμένει. Γιατί βλέπουμε αυτά που βλέπουμε; Είναι άραγε μοναδικά τα όνειρά μας, ή τα βλέπουν κι άλλοι, σε κάποιο άλλο κρεβάτι, κάπου αλλού στον κόσμο;  Εμείς σε ποιανού άσχετου το όνειρο μπορεί να σκάσουμε μύτη; Τι μπορεί να κάνουμε ερήμην μας μια νύχτα, που δεν θα το μάθουμε ποτέ;

Βλέπω πολλά όνειρα, και ζωηρά. Μιλάω καμιά φορά, λένε, στον ύπνο μου. Μικρή έκοβα βόλτες φλυαρώντας. Κάποια όνειρα επαναλαμβάνονται και φαίνεται περίεργο, ακόμη και στον ύπνο σου, να βρίσκεσαι ξανά στο ίδιο άγνωστο σπίτι.  Ονειρεύομαι στα ελληνικά και στα αγγλικά, όπως ζω. Μια περίοδο έβλεπα συχνά τον ίδιο εφιάλτη: Έρχονταν να με πάρουν κάποιοι δυσάρεστοι τύποι. Τι τους είχα φταίξει και ποιοι ήταν δεν έμαθα ποτέ, γιατί στο κρίσιμο σημείο που άνοιγαν την μπαλκονόπορτα, πεταγόμουν κάθιδρη, με 200 σφυγμούς το λεπτό, πολλές φορές και όρθια.

Άλλες νύχτες πάλι, περπατάω αμέριμνη,  μέχρι  που αντιλαμβάνομαι πως δεν βρίσκομαι σε δρόμο αλλά καταμεσής ενός διαδρόμου προσγείωσης-απογείωσης.  Ενώ τρέχω να ριχτώ σε κάτι θάμνους,  ένα τεράστιο τζετ απογειώνεται σύριζα στο κεφάλι μου. Δεν με απασχολεί ο παραλίγο αποκεφαλισμός, αλλά που δεν είμαι μέσα στο αεροπλάνο. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Προχθές είδα αυτόν που ήρθε, με φίλησε χωρίς κουβέντα κι έφυγε, φορώντας γυαλιά που δε φοράει στην πραγματική ζωή. Και τη μάνα μου, που ουδέποτε ανακατεύτηκε στα προσωπικά μου, να δυσανασχετεί που ήταν εκεί. Ψάξε βρες.

Προβολή του θέλω μας, υπαγόρευση του υποσυνείδητου, αναπαραγωγή του ξύπνιου μας, διέξοδος των φόβων μας, ανάμνηση μιας προηγούμενης ή μιας παράλληλης ζωής, ή απλά ανεξήγητο, ό,τι κι αν είναι, αυτό είναι το όνειρο.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Φεύγω, δεν φεύγω, εσένα τι σε νοιάζει;


leaving

 

Μια μέρα του Απριλίου του 2011 στο γραφείο, πολύ γρήγορα, γιατί έπρεπε να φύγω για μια συνάντηση, έγραψα εδώ αυτό που αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή. Είπα ότι, ναι, θα έφευγα από την Ελλάδα για τους χι, ψι, καθαρά υποκειμενικούς λόγους. Κότσαρα κι ένα τραγούδι της Άλκηστης στο τέλος και μια φωτογραφία της φθινοπωρινής θέας από ένα αγαπημένο μπαλκόνι της Μυτιλήνης, πάτησα post, και αναχώρησα για το ραντεβού. Θυμάμαι πως λίγο αργότερα με πήρε στο κινητό μια συνάδελφος και μου είπε “μπες να δεις, γίνεται χαμός”. Το κείμενο έγινε viral, μοιράστηκε, σχολιάστηκε, άκουσα επαίνους, μέτρησα πάμπολλους που συμφωνούσαν μαζί μου, άκουσα τα σχολιανά μου από διαφωνούντες, με έβρισαν, με είπαν ανθελληνίδα, με ενημέρωσαν για το πόσο χάλια είναι να ζεις στο εξωτερικό, μου’παν να πάω στον αγύριστο, μια κυρία αντέγραψε το κείμενό μου και το υπέγραψε κανονικά με το δικό της όνομα, κάποιος κατηγόρησε την Άλκηστη πως έγραψε εκείνη το κείμενο, ό,τι να’ναι…

Πέντε χρόνια μετά, το κείμενο με κυνηγάει ακόμη. Μια φορά το χρόνο, κάποιος το ανακαλύπτει με μαγικό τρόπο που ποτέ δεν θα καταλάβω, το ανεβάζει και να τα πάλι τα σχόλια που πλημμυρίζουν το inbox μου. Να φύγεις, να κάτσεις, έφυγες, δεν έφυγες, κι αν έφυγες μήπως γύρισες…

Εντωμεταξύ εγώ είμαι προφανώς εδώ. Η υποθετική πρόταση του τίτλου ήταν ακριβώς αυτό. Υπόθεση, όχι απειλή, ούτε υπόσχεση. Είμαι εδώ και κάνω το καλύτερο που μπορώ. Κάποιοι από τους σχολιάσαντες μου εξήγησαν ευγενικά -και άλλοι όχι τόσο- ότι μόνο μένοντας κι επιμένοντας, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες και ομοσυμπεριφερόμενους, θα καταφέρουμε να αλλάξουμε αυτά που μάς ενοχλούν. Αγαπητοί, επιμένω και θα επιμένω, αλλά φοβάμαι πως πλανάσθε και πλανόμεθα πλάνην οικτράν. Όσο κι αν προσπαθούμε, τα μουλάρια (μεταφορικά πάντα) παραμένουν αμετακίνητα, το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε, με δυσκολία, είναι να τα παρακάμπτουμε καθημερινά, σε ένα ατελείωτο ζιγκ-ζαγκ, στο δρόμο για την ευγένεια, τον σεβασμό, την αξιοκρατία, την ευνομία και άλλα τέτοια υψηλά ιδανικά. Κι επειδή η τεθλασμένη είναι μακράν μακρύτερη της ευθείας, θα’ναι μακρύς ο δρόμος. Θα έχει Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες και θυμωμένους πολλούς.Κυρίως θυμωμένους, πολύ θυμωμένους. Κι η σκέψη μου δεν είναι αρκετά υψηλή για να τους αποφύγει.

Στο μεταξύ, ανάθεμα κι αν κατάλαβα πώς γίνεται ένα κείμενο viral, πράγμα που πολύ θα ήθελα να καταλάβω, μιας και κάθε τρεις και λίγο κάποιος έρχεται στο γραφείο και μάς ζητάει ένα βαϊραλάκι… Θα είχε βγει και κάτι χρήσιμο από όλη αυτή την ιστορία. Άσχετο, αλλά με ένα περίεργο τρόπο, πάρα πολύ σχετικό🙂

 

 

 

 

 

 

 

 

Posted in miscellaneous | 1 Comment

Κακώς κείμενα


writers

Αν αναρωτιέστε γιατί είναι τόσο κακής ποιότητας τα κείμενα σε πολλές ιστοσελίδες, τα άρθρα σε τόσα online μέσα, οι διάλογοι στα ελληνικά σήριαλ, οι υπότιτλοι στις ταινίες που βλέπουμε και, ναι, αρκετά διαφημιστικά κείμενα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ξέρω να σας πω γιατί.

Γιατί ο ίδιος άνθρωπος που θεωρεί λογικό και δίκαιο να πληρώσει διακόσια, τριακόσια, ακόμη και χίλια ευρώ για μια μακέτα, που επενδύει αρκετές χιλιάδες ευρώ στον σχεδιασμό ενός website, που ξοδεύει ένα πεντακοσάρικο για ένα application στο Facebook, που έχει δώσει δεκάδες χιλιάδες για την παραγωγή μιας ταινίας κι εκατοντάδες για να προβληθεί αυτή, εκτιμά πως ένα άρθρο ή κείμενο των 400-600 λέξεων πρέπει να κοστίζει πενήντα, βία εκατό, ευρώ. Θεωρεί πως το αγγλικό κείμενο της ιστοσελίδας, ή του ηλεκτρονικού του καταστήματος μπορεί να το γράψει όποιος έχει στο συρτάρι του ένα Lower  και πως, διάολε, γι’αυτό υπάρχει το Google Translate.

Ας υποθέσουμε πως για να παραδώσεις ένα άρθρο περίπου 600 λέξεων που θα δημοσιευθεί σε ένα online μέσο  -για να αναζητήσεις τις πληροφορίες, να τις διασταυρώσεις, να το γράψεις, να κάνεις την τελική διόρθωση- χρειάζεσαι κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες. Γνωρίζουμε ότι γι’αυτό το κείμενο η “αγορά” πληρώνει 50 ευρώ. Η ώρα σου εκτιμάται ένα τσικ παραπάνω από αυτήν της γυναίκας που βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, και αρκετά τσικ παρακάτω από οποιονδήποτε άλλον ελεύθερο επαγγελματία, είτε αυτός είναι υδραυλικός, είτε λογιστής ή δικηγόρος. Γιατί εξ άλλου να εκτιμηθεί διαφορετικά; Στο κάτω-κάτω της γραφής ένα σχολείο όλοι το βγάλαμε, σιγά μη δεν μπορούμε να γράψουμε ένα κείμενο. Πέντε εγγλέζικα τα κουτσομάθαμε, σιγά που θα μάς μεταφράσει άλλος το μενού, το έντυπο, την ιστοσελίδα. Δεν πρέπει κάποτε να αποσβέσουμε κι αυτό το φροντιστήριο;

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω, ταλαντούχοι, που παράγουν καθημερινά πολλές χιλιάδες λέξεις που εμπνέουν, συγκινούν, πωλούν, ενημερώνουν, θυμώνουν, διασκεδάζουν, προωθούν, ενθουσιάζουν, δελεάζουν. Υπάρχουν πολλοί περισσότεροι που είναι αγράμματοι και ανέμπνευστοι. Το πρόβλημα, ατυχώς,  έγκειται στο ότι λίγοι μπορούν να διακρίνουν και να εκτιμήσουν τη διαφορά, ενώ οι περισσότεροι πιστεύουν πως μέσα τους κρύβουν τον Λέοντα Τολστόι. Και πως μιλούν φαρσί τα αγγλικά, ωσάν υπήκοοι της Βασιλίσσης.

Αφιερώνω αυτό το κείμενο σε όλους μου τους φίλους και τις φίλες και σε τόσους αγνώστους κι άγνωστες, που λιώνουν κάθε μέρα πληκτρολόγια. Είθε να δικαιωθείτε μια μέρα. Αν κι έτσι που εξελίσσεται η παιδεία, η αγορά κι ο κράτος ολάκερος, το βλέπω πολύ χλωμό. 

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Η νόσος του Ελαμωρέ


medical-researchΗ επένδυση  στην έρευνα για την εξεύρεση θεραπειών των ασθενειών που μαστίζουν την ανθρωπότητα μπορεί και να αποδίδει – ακούμε συχνά-πυκνά ειδήσεις για την απόδειξη νέων θεωριών, τη μελέτη νέων δεδομένων, την ανάπτυξη νέων φαρμάκων, για πρόοδο της επιστήμης, για επιτυχίες ερευνητών. Κανείς όμως επιστήμων δεν έχει δείξει ενδιαφέρον για την καταστροφική νόσο του Ελαμωρέ, παρά τα αμέτρητα κρούσματα που εκδηλώνονται καθημερινά, αποδεκατίζοντας δεκαετίες τώρα την Ελλάδα.

Η Ελαμωρέ ευθύνεται για εκατοντάδες θανάτους στην άσφαλτο – έλα μωρέ που θα βάλω ζώνη για να πάω μέχρι τη γωνία, έλα μωρέ που θα βάλω το παιδί στο πίσω κάθισμα, έλα μωρέ που θα περάσω τεχνικό έλεγχο, έλα μωρέ που θα σταματήσω στο κόκκινο.

Η Ελαμωρέ έχει ρίξει εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στα ηρεμιστικά – έλα μωρέ που ενοχλώ, θα παρκάρω όπου γουστάρω, έλα μωρέ που απαγορεύεται, θα το ανάψω το ρημάδι, έλα μωρέ που θα πληρώσω, αφού όλοι χρωστάνε, έλα μωρέ που θα μας πετάξουν έξω από την Ευρώπη, αφού μας χρειάζονται.

Εξαιτίας της Ελαμωρέ λουζόμαστε το τρίτο -και φαρμακερό- μνημόνιο – έλα μωρέ που θα κόψω απόδειξη, μια βρύση έφτιαξα, έλα μωρέ που θα ζητήσω απόδειξη, αφού μου κάνει έκπτωση, έλα μωρέ που θα δηλώσω όσα βγάζω, ας βρουν αλλού μαλάκες, έλα μωρέ που θα ασφαλίσω τον υπάλληλο, δουλειά ήθελε δουλειά του έδωσα, έλα μωρέ που θα φάω πρόστιμο, αφού υπάρχει το φακελάκι, έλα μωρέ πόσο χειρότερα να γίνουν τα πράγματα, αφού έχουμε πιάσει πάτο, έλα μωρέ νέος είναι, θα μάθει.

Η Ελαμωρέ μάς έχει καταδικάσει στην αποδοχή της μετριότητας – έλα μωρέ που θα διαβάσω, αφού θα με περάσει, έλα μωρέ που θα δουλέψω, αφού δεν μπορούν να με απολύσουν, έλα μωρέ που πρέπει να πληρούμε τις προδιαγραφές, αφού έχουμε μέσον, έλα μωρέ που θα πληρώσω μεταφραστή για το σάιτ, αφού ξέρω εγγλέζικα, έλα μωρέ που θα εκπαιδεύσω τα γκαρσόνια, αφού έρχονται γιατί είναι τρέντι , έλα μωρέ που θα φτιάξω καλό καφέ, αφού πίνουν ό,τι να’ναι, έλα μωρέ που θα το πάρουν χαμπάρι, σάμπως ξέρουν; 

Επειγόντως, άμεσα, τώρα, χθες, πρέπει να βρεθεί το αντίδοτο. Δε σηκώνει έλα μωρέ. Κι ας κυλάει στις φλέβες μας, κι ας μας έχει μολύνει όλους, δεν μπορεί να μην υπάρχει γιατρειά, δεν το χωράει ο νους μου πως είναι ανίατη η ασθένειά μας.

Posted in miscellaneous | 1 Comment

Το καλοκαίρι που έσπασε το καλούπι


milos -marina PS

Πολλώνια, Μήλος, Ιούνιος 2014

Το καλοκαίρι, τι κι αν δεν είναι η αγαπημένη μου εποχή, είναι κατά κανόνα ανέφελο κι ανέμελο. Σαν από τη φύση του. Θαρρείς πως το κύμα ξεπλένει το άγχος, το αλάτι στεγνώνει τη λύπη, το μελτέμι διώχνει το φόβο. Μετράω στα δάχτυλα τα καλοκαίρια που ήταν διαφορετικά, που στιγματίστηκαν από συγκυρίες που τα έκαναν να ξεφύγουν από τον κανόνα.

Το καλοκαίρι του ’80 είχα μια σχετική αγωνία για το κατά πόσο οι βαθμοί μου θα μου επέτρεπαν να μπω στο πανεπιστήμιο. Σχετική γιατί κατά βάθος ήξερα πως τα είχα κουτσοκαταφέρει, και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήξερα πως είχα όλη τη ζωή μπροστά μου.

Το καλοκαίρι του ’85 είχα περισσότερη αγωνία περιμένοντας τα αποτελέσματα των πτυχιακών εξετάσεων, γιατί είχα περάσει ζάχαρη τέσσερα χρόνια, γνωρίζοντας τη ζωή αλλά όχι εμβαθύνοντας στον Chomsky ούτε στον Proust, και η ύλη τεσσάρων ετών είχε στριμωχτεί χοντρά στον ένα μήνα των επαναλήψεων. Φύσει αισιόδοξη, αλλά και φιλότιμη με χρονοκαθυστέρηση, είχα άγχος, όχι για το αν θα έπαιρνα πτυχίο και με τι βαθμό, αλλά για το πώς θα ανακοίνωνα την πιθανή αποτυχία στους γονείς, που είχαν χρηματοδοτήσει την τετραετία αυτή. Η αγωνία μου ήταν και πάλι σχετική γιατί είχα καταστρώσει ένα τέλειο σχέδιο αποπληρωμής του “δανείου” και γιατί, ας μη γελιόμαστε, ήμουν μόνο 22 και είχα όλη τη ζωή μπροστά μου. Τέλος καλό -καλύτερο απ’όσο μου άξιζε- και το καλοκαίρι ξαναμπήκε στην ανέφελη ρότα του, κάπου μεταξύ Κυκλάδων και Μυτιλήνης.

Το καλοκαίρι του ’89 είχα στεναχώρια γιατί χώρισα και χάλασαν τα μεγαλόπνοα σχέδια των διακοπών. Έκανα άλλα σχέδια, είχα αγωνία για το αν αυτός περνάει καλύτερα από μένα, δεν υπήρχαν και κινητά οπότε τα νέα αργούσαν να φτάσουν στα νησιά… Σημαδεύτηκε το καλοκαίρι από σούρτα-φέρτα, μούπες-σούπες, ξενύχτια, σφηνάκια και Λε Πα στη διαπασών. Ήμουν όμως 26 και σιγά τα ωά.

Το καλοκαίρι του ’91 ήταν ένα επίσης, ας πούμε, μαύρο καλοκαίρι γιατί ο επόμενος ήταν παντρεμένος και περάσαμε χωριστά τις διακοπές, που δεν πείραζε από μόνο του, αλλά πείραζε που αυτός ήταν με την άλλη κι εγώ μόνη. Σιγή ασυρμάτου – ακόμη να εμφανιστούν τα κινητά- κόμπος στο στομάχι. Εγώ 28 και μόνη, αλλά με μια μεταγραφάρα στο τσεπάκι και δυο μήνες διακοπές πριν παρουσιαστώ στο νέο πόστο. Λέρος, Μήλος, Μυτιλήνη, Πάτμος, Μύκονος, ορκίστηκα πως δεν θα ξαναμπώ σε πλοίο.

Τα επόμενα καλοκαίρια πέρασαν χωρίς ιδιαίτερο φόβο, αγωνία, άγχος ή στεναχώρια. Κάτι υπαρξιακά – “οι φίλοι μου όλοι εδώ και χρόνια, ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια, μονάχα εμένα χάσκει ακόμη χωρίς μια στέγη ετούτη η αλήθεια”, κάτι χαζά -ο πελάτης, το project, τα ακυρωμένα εισιτήρια, η πρόωρη επιστροφή στην πόλη- κάτι λιγότερο χαζά -η επιταγή που κινδύνεψε να μείνει ακάλυπτη (την εποχή που αυτό ήταν λόγος αγωνίας). Ήμουν 30, 35, 40, 45 κι αν δεν ήταν όλη η ζωή μπροστά μου, ήταν τουλάχιστον η μισή.

Το καλοκαίρι του ’15 είναι πρωτόγνωρο. Ο κόμπος δε λύνεται με το μελτέμι. Ο φόβος δεν ξεπλένεται με το κύμα. Το αλάτι απλά τσούζει στην πληγή. Ο κόμπος, ο φόβος, η πληγή είναι αυτή τη φορά συλλογικά. Τα μοιραζόμαστε κι αυτό τα κάνει πιο υποφερτά, αλλά εξ ίσου υπαρκτά. Νιώθουμε αδύναμοι, έρμαια των καταστάσεων, θύματα των παλαιότερων επιλογών μας, δέσμιοι των τωρινών υποχρεώσεων, εγκλωβισμένοι σε έναν παραλογισμό, σε μια αμφιβολία, σε μια ανασφάλεια χωρίς ορατό τέλος. Φεύγουμε, δεν φεύγουμε, το μυαλό μένει πίσω. Ξεκουράζονται μόνο τα μάτια, που έχουν γίνει τετράγωνα από τις οθόνες.

Τον μαύρο Ιούλιο διαδέχεται οσονούπω ένας γκρίζος Αύγουστος. Είμαι 50 και κάτι ψιλά. Και δεν γελιέμαι. Όση ζωή έχω ή δεν έχω μπροστά μου, είμαι αποφασισμένη να την κάνω κάτι. 

Posted in miscellaneous | Tagged , , | 1 Comment

Το δικό μου ΝΑΙ


yesΗ απόφασή μου να συνταχθώ με το ΝΑΙ βασίζεται σε πολλούς παράγοντες, αλλά ένας από τους σημαντικότερους είναι η συμπεριφορά των τελευταίων δέκα ημερών μιας Κυβέρνησης που συμπάθησα όταν εξελέγη (μιλώ για το πρώτο κόμμα, γιατί το άλλο με τους ψεκασμένους όχι να το συμπαθήσω, ούτε να το σεβαστώ μπορώ), επικρότησα όταν φάνηκε να δείχνει ένα άλλο πρόσωπο, και καταδικάζω τώρα που δείχνει ένα πρόσωπο που λίγο απέχει από αυτό των προηγούμενων. Στόχος μου είναι να προσπαθήσω με νύχια και με δόντια να “επιβάλω” πλέον αυτούς που θέλω να με κυβερνήσουν -και μην ψάχνεις κόμματα, γιατί δεν θα τους βρεις εκεί ταμπουρωμένους- την επόμενη μέρα. Και αυτή την επόμενη μέρα την αναζητώ με το Ναι, όπως εσύ με το Όχι. Απλό είναι τελικά. Το απολύτως παράλογο είναι ότι, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες φαίνεται να επιθυμούμε λίγο πολύ το ίδιο για τη χώρα μας – να παραμείνουμε Ευρωπαίοι- δεν μπορούμε, εσύ κι εγώ, να συμφωνήσουμε στο πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Με το ΝΑΙ ή με το ΟΧΙ. Δεν μας βοηθάει βεβαίως ότι δεν είμαστε και απολύτως σίγουροι, ούτε σε ποια ερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε, ούτε ποιες είναι οι συνέπειες της μιας ή της άλλης. Στο δικό μου μυαλό έχει ένα πράγμα πλέον ξεκαθαρίσει: έτσι ή αλλιώς, με Ναι ή με Όχι, με μνημόνιο ή χωρίς, με Ευρώπη ή χωρίς, με ευρώ ή με δραχμή, την επόμενη μέρα δεν θέλω κανένας από αυτούς που “μας έφεραν ως εδώ” (έχει πλάκα που το “ποιοι μας έφεραν” έχει κάθε φορά να κάνει με το πώς ορίζουμε το “ως εδώ”…), ούτε τους μεν, ούτε τους δε, ούτε τους συμπληρωματικούς εκατέρωθεν, να πάρουν την τύχη της χώρας μου στα χέρια τους. Εκτός αν, αποδεικνύοντας πως στ’αλήθεια τους απασχολεί πάνω από όλα η πατρίδα, μπορούν να κάνουν την υπέρβαση και να συνεργαστούν, χωρίς καθόλου να τους μέλλει η πελατεία τους και το ψηφαλάκι μας, κρίνοντας αποκλειστικά με αξιοκρατικά κριτήρια ποιος θα μπει στην ομάδα και τι δουλειά θα κάνει. Βαρέθηκα να ακούω πως αυτό δεν γίνεται και δεν καταλαβαίνω και γιατί δεν γίνεται.

Posted in miscellaneous | Leave a comment

Με αφορμή τη χαλασμένη μπριζόλα


bigstockphoto_Hysterical_Woman_With

Φιλενάδα, σε καταλαβαίνω. Μετά από μια εβδομάδα κόλαση, σύρθηκες Σαββατιάτικο στο σουπερμάρκετ και γέμισες ένα καρότσι ψώνια. Γυρνώντας στο σπίτι, ανακάλυψες πως η συσκευασμένη μοσχαρίσια μυρίζει. Βλαστημάς, δικαίως, γιατί κάνει και ζέστη, κι αντί να βρίσκεσαι στην παραλία, πρέπει να ξαναμπείς στο αμάξι για να επιστρέψεις τη μπριζόλα και να διαμαρτυρηθείς.

 

Έχεις τρεις λύσεις:

  1. Να πετάξεις τη μπριζόλα και να μην ξαναψωνίσεις από τη συγκεκριμένη αλυσίδα.
  2. Να επιστρέψεις στο κατάστημα, να ζητήσεις τον υπεύθυνο, να δεχθείς τις απολογίες του, να πάρεις την καινούργια μπριζόλα, τα κουπόνια, ή ό,τι άλλο προβλέπει η εταιρία ως αποζημίωση και να το ξεχάσεις – αυτό είναι το σουπερμάρκετ που ψωνίζεις χρόνια, σε βολεύει, το εμπιστεύεσαι, αντιμετώπισαν το φάουλ σωστά, τέλος καλό, όλα καλά.
  3. Να καταγγείλεις το περιστατικό στην Προστασία Καταναλωτή.

Εσύ, μπαίνεις γκαζωμένη στο κατάστημα, κραδαίνοντας την όζουσα μπριζόλα, και επιτίθεσαι στην πρώτη κοπέλα που βρίσκεις στην είσοδο. Τσιρίζεις, με το καλημέρα σας, φροντίζοντας όλοι οι πελάτες να ακούσουν το ζήτημά σου. Ξεστομίζεις απειλές του τύπου “θα σας καταγγείλω”, ωρύεσαι “ντροπή σας” και, με τον τόνο σου, η Κατίνα μέσα σου ξεχειλίζει και πλημμυρίζει το κατάστημα. Σάββατο είναι και για μας, και η δική μας εβδομάδα κολασμένη ήταν. Λυπήσου μας.

Όσο φωνάζεις, η κοπέλα ήρεμα σου λέει, από την πρώτη στιγμή, “έχετε δίκιο, συγγνώμη, να φωνάξω τον υπεύθυνο”, αλλά την αγνοείς -γιατί δε θέλεις να την ακούσεις, θέλεις να σε ακούσουν όλοι. Αδικήθηκες. Φταίνε. Να πληρώσουν!

Το ανθρώπινο λάθος προβλέπεται. Όπως προβλέπεται και η διαδικασία αντιμετώπισής του από μια επιχείρηση, που διαχειρίζεται εκατοντάδες υπαλλήλους, εκατοντάδες χιλιάδες καταναλωτές, και τόνους τρόφιμα. Γι’αυτό υπάρχουν εγχειρίδια αντιμετώπισης παρόμοιων περιστατικών, γι’αυτό επενδύουν οι επιχειρήσεις στην Εξυπηρέτηση Πελατών, γι’αυτό υπάρχει τηλεφωνική γραμμή Εξυπηρέτησης, σελίδα στο Facebook, κουτί παραπόνων…

Χάνεις το δίκιο σου με τον τρόπο σου, λένε, κι έχουν δίκιο. Προσωπικά, θα συνεχίζω να ψωνίζω από τον ΑΒ. Ίσως μόνο, αν θελήσω ποτέ να πάρω συσκευασμένο κρέας, να θυμηθώ να το μυρίσω πριν το βάλω στο καλάθι. Δε με χάλασε που ήταν χαλασμένη η μπριζόλα. Εσύ με χάλασες. Εσύ, η υστερία σου και η αγένειά σου.

 

 

Posted in miscellaneous | 2 Comments

Οι οδηγοί της τρίτης ηλικίας


funny dog old lady drivingΟ πατέρας μου κι η μητέρα μου. Ογδόντα οκτώ και ογδόντα τριών αντίστοιχα. Με σώας τας φρένας, αρτιμελείς, κινητικοί, υγιείς. Φτου, φτου. Πλην όμως… “Πότε λες να σταματήσεις να οδηγείς μπαμπά;” Όποτε αποτόλμησα την ερώτηση,  δήλωσε θιγμένος.

Δεν τους αδικώ, οι τροχοί μας είναι η ελευθερία μας και, κυρίως, η αυτονομία μας. Παρ’όλο που και οι δυο περπατούν πολύ κι έχουν την τύχη να μένουν κοντά σε εμπορικό κέντρο, έχουν μάθει ορισμένα πράγματα να γίνονται με το αυτοκίνητο. Τους φαίνεται, για παράδειγμα, αδιανόητο να τους σταλούν τα ψώνια στο σπίτι, αντί να τα φορτώνουν και να τα ξεφορτώνουν μόνοι τους στο πορτ-μπαγκάζ. Τελευταία όμως παρατηρώ πως επιλέγουν συχνά-πυκνά το ταξί, ειδικά όταν πηγαίνουν κάπου που δε γνωρίζουν καλά τη διαδρομή, ή που είναι πιο δύσκολο να παρκάρεις.

Αυτό όμως που με έκανε να θέλω να γράψω, δεν είναι το πόσο συνδεδεμένοι ή εξαρτημένοι είμαστε όλοι από την αυτοκίνηση, ούτε το πώς εθελοτυφλούμε στις αδυναμίες που επιφέρει το γήρας.  Αυτό που με ώθησε στο πληκτρολόγιό μου, είναι η ασύλληπτα ηλίθια και αναποτελεσματική μέθοδος αξιολόγησης των οδηγών της τρίτης ηλικίας από το κράτος.

Η άδεια οδήγησης, σωστά, λήγει κάποτε. Σωστά επίσης, έχεις δικαίωμα να την ανανεώσεις, εφόσον πληρούνται κάποια κριτήρια. Συγκρατήστε το “κριτήρια”. Δεν θα υπεισέλθω στις λεπτομέρειες της γραφειοκρατίας, ούτε της αενάου αναμονής για το παραδοτέο, την ανανεωμένη δηλαδή άδεια. Θα σταθώ όμως για λίγο, γιατί υπάρχει κι εδώ ένα στοιχείο σουρρεαλισμού.

Η μάνα μου (83) δεν πρόσεξε εγκαίρως πως έληγε η άδειά της κι έτσι βρέθηκε να πρέπει να την ανανεώσει αφού είχε λήξει. “Τιμωρήθηκε” σκληρά για την αμέλειά της – έμεινε δηλαδή χωρίς άδεια τους επτά μήνες που έπρεπε να περιμένει για να περάσει από τη δευτεροβάθμια επιτροπή μπλα μπλα μπλα, του Υπουργείου Μεταφορών (σημειωτέον, ότι ενώ πέρασε cum laude από την επιτροπή προ διμήνου, ακόμη δεν έχει παραδοθεί από το ΚΕΠ η καινούργια της άδεια. Που σε 3-4 μήνες, θα χρειάζεται πάλι ανανέωση…).

Ο πατέρας μου (88) από την άλλη, έχοντας πάρει πρέφα τι έπαθε η μαμά, έσπευσε να ανανεώσει την άδεια πριν αυτή λήξει. “Επιβραβεύτηκε” με προσωρινή άδεια, μέχρι να έρθει η ώρα της δευτεροβάθμιας επιτροπής, και δε σταμάτησε να οδηγεί ούτε μια μέρα.

Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν, το μήνυμα ελήφθη. Ας επανέλθουμε στα “κριτήρια” που πρέπει να πληροί κανείς ώστε να ανανεωθεί η άδεια οδήγησης…

Όταν ήρθε η ώρα της περίφημης επιτροπής, ο ογδονταοκτάχρονος πατέρας, που βλέπει σαν αητός μετά τις επεμβάσεις καταρράκτη, πέρασε πετώντας το τεστ οράσεως με τα νουμεράκια στον τοίχο. Η δε μάνα, που άκουγε επιτροπή κι ανησυχούσε μην τυχόν την εξετάσουν στον ΚΟΚ και κοπεί,  μπήκε και βγήκε από την αίθουσα χωρίς καν να τη ρωτήσουν τι μέρα είναι ή σε ποια χρονιά βρισκόμαστε.  Έτσι, ρε αδελφέ, για το γαμώτο, για να έχει κι αυτή να λέει πως κάτι της τσέκαραν!

Όσο για τον συμβεβλημένο παθολόγο από τον οποίο “εξετάστηκαν” αμφότεροι, πριν περάσουν από την επιτροπή, εισέπραξε το δεκάευρο και υπέγραψε το χαρτί, χωρίς καν να μπει στον κόπο να τους χτυπήσει στο γόνατο με το σφυράκι, να δει αν αντιδρούν…

Έχουν να το λένε κι οι δυο πόσο γελοία είναι αυτή η διαδικασία. Γελοία, όχι γιατί διαφωνούν ότι θα έπρεπε από μια ηλικία και μετά να γίνεται έλεγχος πριν την ανανέωση του διπλώματος, αλλά γιατί, ουσιαστικά, έλεγχος δεν υπάρχει. Τούτων όλων λεχθέντων, παραμένουν στο βολάν, και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Έγκειται στην κρίση τους πότε θα τραβήξουν χειρόφρενο. Και όπως όλοι ξέρουμε, τώρα που μεγαλώσαμε, δεν είμαστε πάντα οι καλύτεροι κριτές των ορίων μας…

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , | Leave a comment

Χο, χο, χο και ντρίγκι-ντρίγκι


Outdoor-Christmas-LightsΤα Χριστούγεννα είναι στο τέλος Δεκεμβρίου κι εκεί πρέπει να μένουν. Κανένα λόγο δεν έχουν να κυκλοφορούν στους δρόμους από τις αρχές Νοεμβρίου, μαζί με τις ζαλισμένες Αθηναίες που δεν μπορούν ν’αποφασίσουν αν ο καιρός ζητάει σαγιονάρα ή μπότα.  Που βγαίνουν απ’το σπίτι με πουπουλένιο ξεμανίκωτο κι επιστρέφουν με σκέτο ξεμανίκωτο.  Πίνουν φρέντο στον ήλιο, και γύρω τους λαμπάκια κι ελαφάκια.

Τα λαμπάκια και τα χρυσοκόκκινα των Χριστουγέννων θέλουν το λευκογκρί του σύννεφου που κρατάει χιόνι -κι ας μη το ρίχνει- για να αναδειχτούν.  Το κιτς θέλει μουντάδα, που σα φίλτρο απαλύνει τις φόρμες, θαμπώνει τις ατέλειες κι αφήνει τα χρυσά, τα ασημιά, τα κόκκινα, τα πράσινα, να γράψουν στη μονοχρωμία.  Θέλει κανέλλα, μπαχάρια και ξεροψημένο κάστανο στον αέρα,  ζεστό αρωματικό κρασί στη γλώσσα, μπόλικο ξύσμα πορτοκαλιού, κι ένα μαλακό κασκόλ, τυλιγμένο πολλές φορές γύρω από το λαιμό, για να γίνει υποφερτό.

Ο Άγιος Βασίλης. Αυτός καλό θα ήταν να παραμένει στο χωριό του, και να επικοινωνεί με τους πιο νότιους λαούς μέσω Skype. Το ταξίδι προς το Νότο δεν τον ευνοεί καθόλου. Καταβάλλεται, χάνει πολλά κιλά, σκουραίνει η επιδερμίδα του, πατσαβουριάζονται τα ρούχα του από το πλύνε-βάλε. Μέχρι να φτάσει εδώ, έχει μετατραπεί σε έναν ξερακιανό τύπο, που προσπαθεί με κακοβαλμένα μαξιλάρια να αναπληρώσει τα κιλά που έχασε απ΄το περπάτημα – γιατί πού να τσουλήσει το έλκηθρο στα χώματα και τα χορτάρια… Το γένι του έχει ξεκολλήσει από τη μια μεριά και χάσκει, και το δέρμα του, αντί για το ροδαλό του Βορρά, έχει την υποκίτρινη απόχρωση της Νοτιοανατολής. Χο, χο, χο και ντρίγκι-ντρίγκι, με μια κουδούνα που κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς κρατάει, αλλά αφού την κρατάει έξω από του Macy’s, θα την κρατάει κι έξω από τα δικά μας.

Δεν είναι που δε συμπαθώ τα Χριστούγεννα. Πέρασα μια φάση, προ ετών, που νόμιζα ότι τα σιχαίνομαι. Κατέληξα πως μου είναι σίγουρα αδιάφορα πριν την ώρα τους. Όταν όμως πλησιάσουν πραγματικά, δε νιώθω την επιθυμία να  διακτινιστώ στη Γκόα για να τα αποφύγω. Βεβαίως και τα προτιμώ σε πιο βόρεια, πιο κρύα, και γενικά πιο gemütlich μέρη, όπου το κιτς φαντάζει, όπως είπαμε, πιο χαριτωμένο.  Κι εδώ όμως, γύρω στα μέσα -ε και λίγο αργότερα- Δεκεμβρίου, καταφέρνω να μπω στο κλίμα, έστω και με νοτιά, έστω και χωρίς κασκόλ τυλιγμένο τρεις φορές γύρω από το λαιμό μου.

Χειρότερη όμως από την πρόωρη έλευση, είναι η άρνηση του αποχωρισμού.Η παράδοση είναι σαφέστατη επ’αυτού:  ξεστολίζουμε τη 12η μέρα των Χριστουγέννων, για να πάρουν χαμπάρι οι καλικάντζαροι πως τελείωσε το πάρτι και να επιστρέψουν εκεί απ’όπου έρχονται. Στο πατάρι, στο υπόγειο, στο βάθος της ντουλάπας.

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , , | Leave a comment

Χο, χο, χο


Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του '60

Μινιόν, τέλος της δεκαετίας του ’60

Ο Άγιος Βασίλης των παιδικών μου χρόνων δε θυμάμαι να υπήρξε.
Αν κάποιος βίαια μου αποκάλυψε πως δεν υπάρχει, δεν το θυμάμαι. Ή που διαγράφηκε από τη μνήμη μου, όπως πολλές τραυματικές εμπειρίες έχουν τη συνήθεια να κάνουν, ή που δεν είχα την κατάλληλη ενθάρρυνση για να πιστέψω στην ύπαρξή του. Στο σπίτι μας δεν του βάζαμε μπισκοτάκια και γάλα αποβραδίς, και οι κάλτσες μας δεν ήταν κόκκινες, σαν των άλλων παιδιών, ήταν χακί, πλεκτές, στρατιωτικές και ατέλειωτα μακριές. Ποιος στρατός, πού στον κόσμο, είχε κίνκι κάλτσες πάνω από το γόνατο, ουδέποτε έμαθα. Ξέρω πως εγώ, στη θέα των καλτσών Χριστούγεννα πρωί,  ενώ βιαστικά έλυνα το φιόγκο για να ξεχυθεί από μέσα το ποτάμι των εκπλήξεων, έκανα και μια σκέψη για τη γυναίκα που έπλεκε κάλτσα μπροστά στη φουφού, περιμένοντας το γράμμα απ’το παιδί στο μέτωπο.

Ο πατέρας μου δεν υπηρέτησε και οι κάλτσες παρέμεναν μυστήριο, έως που, τις προάλλες, μας αποκάλυψε η μαμά πως τις είχε αγοράσει στο Μοναστηράκι, Απόκρηες, για να ντύσει τον μπαμπά εξερευνητή με βερμούδα και κάσκα.

Ήμασταν στα Χριστούγεννα όμως. Οι κάλτσες αυτές ήταν πάντα δεμένες με χρωματιστό, γιορτινό φιόγκο κι είχαν μέσα κάθε λογής καλούδια: μολύβια, γόμες-γάτες, ξύστρες-αεροπλάνα,  κουκλάκια, μίνι σπαζοκεφαλιές και στα κενά, στριμωγμένα, σοκολατάκια και καραμέλλες πολλές. Τις ανοίγαμε πάντα πρώτες, κι όταν πια παραμεγαλώσαμε, και το κυρίως δώρο έφτανε, πεζά, σε φάκελο, οι κάλτσες απέμεναν η μόνη έκπληξη των Χριστουγέννων. Κι εξακολούθησαν να εμφανίζονται γεμάτες, μπροστά στο πατρικό τζάκι, για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που τρύπησαν, και η μαμά κουράστηκε να αγοράζει γόμες-γάτες και γλυφιτζούρια για σαραντάχρονα.

Εμείς είχαμε μάθει πως αν κάτι το επιθυμείς πολύ, ο παππούς κι η γιαγιά – δυο, πλήρη, σετ μέχρι τα δεκαεννιά μου – ενδέχεται να διαβάσουν τη σκέψη σου και να τη μετουσιώσουν σε πακέτο με φιόγκο. Το σύστημα δούλευε άψογα, έτσι δεν υπήρχε κανένας λόγος να το αμφισβητήσω. Ο Άγιος Βασίλης ήταν λοιπόν μόνο ένα σύμβολο. Ένας χοντρούλης γελαστός, με ροδαλά μάγουλα και πάλλευκη γενιάδα, με γυαλιστερές μπότες κι απαστράπτουσα αγκράφα στη ζώνη του. Μεγαλόπρεπος, σαν άλλος Ηνίοχος, όρθιος στο έλκηθρό του, ή στριμωγμένος σε καμιά καμινάδα, με τις μπότες του να κρέμονται μέσα στο τζάκι, εμφανιζόταν στις σελίδες των βιβλίων ή, συρρικνωμένος, ως Χριστουγεννιάτικο στολίδι.

Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του, ο Άη Βασίλης, στο Μινιόν. Μια ανάμνηση αμυδρή, το Μινιόν, έχω  την αίσθηση πως θυμάμαι περισσότερο τη λέξη, όχι το χώρο. Αν προσπαθήσω πολύ, ίσως σου πω πώς ήταν η πρώτη κυλιόμενη σκάλα της ζωής μου, αλλά δεν παίρνω κι όρκο πως έχω δίκιο. Η φωτογραφία όμως, που τραβήχτηκε τις γιορτές του ’68, πιστοποιεί με τον πιο γλαφυρό τρόπο, πως υπήρξα στ’αλήθεια στο Μινιόν.

Ο αδελφός μου κι εγώ, με προσφυγικό λουκ, διστακτικά στημένοι μπροστά στον Άγιο, που για να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της αέναης παρέλασης παιδακίων έχει κατεβάσει ένα τσιπουράκι παραπάνω, κρατάμε γερά μια ΙΟΝ γάλακτος στο χέρι και κοιτάμε το φακό. Στο κάδρο μαζί μας, ένα καχεκτικό ελαφάκι με δυο πόδια μετέωρα, ένας κορμός δέντρου, στο βάθος μερικά κουτιά με κούκλες, σε απροσδιόριστη διάταξη. Και πάνω από το κεφάλι του μικρού, αιωρείται το μέγα μυστήριο κι απόλυτα σουρρεαλιστικό στοιχείο: ημίγυμνο, όχι αγγελούδι, αλλά κούκλα εποχής, με σκούφια φραμπαλαδωτή και πέος ασύστολα εκτεθιμένο.

Τη φωτογραφία τη βρήκα ξεσκαρτάροντας τα πράγματα της τελευταίας γιαγιάς – από τα  δυο αρχικά σετ – που επέμεινε να διαβάζει τη σκέψη μας και να τη μετουσιώνει σε φακελάκι, κάθε Χριστούγεννα, μέχρι τα τελευταία της ζωής της. Πέθανε εκατόν τεσσάρων ετών.

Αυτή η γιαγιά μάς είχε πάει φαίνεται στο Μινιόν, είτε επειδή ήταν της μόδας, είτε επειδή την είχα πρήξει για να μας πάει. Δε φαίνεται να το διασκεδάσαμε ιδιαίτερα και, γνωρίζοντας τη γιαγιά μου και πόσους καυγάδες είχαμε κάνει για το “δεν είχες τίποτα πιο κομψό να φορέσεις” και “ντροπή να πας έτσι, κρεμανταλού”,  αναρωτιέμαι πώς καταδέχτηκε να μας κυκλοφορήσει έτσι, χρονιάρες μέρες, στο πιο σικ προορισμό των Αθηνών! Η μαμά δεν έχει καμιά ανάμνηση του συμβάντος, αντιμετωπίζει το δυο νούμερα μικρότερο παλτουδάκι με γέλια και, δικαιολογείται για τα αγυάλιστα, σύχρηστα παπούτσια, λέγοντας πως θα’χε σκόνες ο δρόμος…

Για τον τσίτσιδο κούκλο, δεν υπάρχει ούτε δικαιολογία, ούτε εξήγηση. Ίσως όμως, μαζί με τον μπεκρή Άη Βασίλη, να ευθύνεται για πολλές τραυματισμένες ψυχούλες της δεκαετίας εκείνης.

Posted in miscellaneous | Tagged , , , , , , , , , | 2 Comments